Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Καί εἰσελθών διήρχετο τήν Ἱεριχώ˙ καί ἰδού ἀνήρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καί αὐτός ἦν ἀρχιτελώνης, καί οὗτος ἦν πλούσιος, καί ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἔστι, καί οὐκ ἠδύνατο ἀπό τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικία μικρός ἦ· καί προδραμών ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδη αὐτόν, ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. Kαί ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καί εἶπε πρός αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. Καί σπεύσας κατέβη, καί ὑπεδέξατο αὐτόν χαίρων. Καί ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρ’ ἁμαρτωλῷ ἀνδρί εἰσῆλθε καταλῦσαι. Σταθείς δέ Ζακχαῖος εἶπε πρός τόν Κύριον˙ ἰδού τά ἡμίση  τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἰ τινος τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δέ πρός αὐτόν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι, καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστιν. Ἦλθε γάρ ὁ Υἰός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός (Λουκ.19,1-10).

Τί μπορεῖ τό σημερινό Εὐαγγέλιο νά μᾶς διδάξη; Ἄς τά ἀναφέρουμε ἕνα-ἕνα.
 Ἡ Ἱεριχώ, ἐκεῖ πού γίνεται τό γεγονός, εἶναι μιά πόλις μέσα στήν πεδιάδα τῆς Μωάβ. Ἐκεῖ, στήν κορυφή τοῦ Ναβαῦ, ὁ Κύριος ἔδειξε στό Μωϋσῆ τήν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ὁ Μωϋσῆς ἔπρεπε νά ἀνέβει ἐπάνω στό βουνό, καί ὁ Ζακχαῖος νά ἀνέβει ἐπάνω στή συκομορέα γιά νά δεῖ τά Θαυμάσια τοῦ Θεοῦ. 
Τό Εὐαγγέλιον μᾶς διηγεῖται τήν θεραπεία τοῦ Βαρτιμαίου, τυφλοῦ ζητιάνου, πού καθόταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου ἔξω ἀπό τήν Ἱεριχώ (Μάρκ.10,46). Ὁ Βαρτιμαῖος καθόταν ἐκεῖ γιά νά ζητιανεύει καί ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ Ζακχαῖος ὁ Τελώνης ἤξερε ὅτι ὁ Χριστός ἔπρεπε νά περάση ἀπό ἐκεῖ καί ἀνέβηκε σέ μιά συκομορέα, ἔστω καί μόνο γιά νά Τόν δεῖ. "Ὁ Ζακχαῖος εἶχε ἀνέβει σέ μιά συκομορέα, ὁ τυφλός καθόταν κάτω στόν δρόμο· ὁ Κύριος περιμένει τόν ἕνα γιά νά τόν θεραπεύση, τιμάει τόν ἄλλο μέ τό νά καταδεχθῆ νά πάη στό σπίτι του" (Ἅγ. Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων).
Περί τοῦ Ζακχαίου λέγεται ὅτι ἦταν Ἀρχιτελώνης, δηλαδή περισσότερο ἀπό ἕναν ἁπλό τελώνη. Οἱ τελῶνες καί οἱ πόρνες εἶχαν τήν ἴδια κακή φήμη, ἀλλά τούς βλέπουμε νά στρέφονται πρός τόν Θεόν πιό εὔκολα ἀπ’αὐτούς πού θεωροῦσαν τόν ἑαυτόν τους δικαιωμένο. Ἄς σκεφθοῦμε γιά παράδειγμα τήν παραβολή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου, πού θά διαβάσουμε τήν ἑπόμενη Κυριακή. Ἐπίσης, ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἦταν καί αὐτός τελώνης. Γράφεται ἐπίσης : "Ἐάν δέ ἁμαρτήσῃ εἰς σέ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καί ἔλεγξον αὐτόν μεταξύ σοῦ καί αὐτοῦ μόνου· ἐάν σοῦ ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τόν ἀδελφόν σου· ἐάν δέ μή ἀκούσῃ, παράλαβε μετά σου ἔτι ἕνα ἤ δύο, ἵνα ἐπί στόματος δύο μαρτύρων ἤ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα· ἐάν δέ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπέ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐάν δέ καί τῆς ἐκκλησίας παρακούση, ἔστω σοι ὤσπερ ὁ ἐθνικός καί ὁ τελώνης" (Ματθ. 18, 16-17). Ὁπότε τό νά εἶναι κανείς τελώνης δέν εἶναι κάτι τιμητικό· γι’αὐτό καί σκανδαλίζονταν οἱ ἄνθρωποι ὅταν ὁ Κύριος συναναστρεφόταν μαζί τους: "καί ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρ’ ἁμαρτωλῷ ἀνδρί εἰσῆλθε καταλῦσαι", λέγει τό σημερινό Εὐγγέλιο.
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς λέγει: "Σκεφθῆτε τήν ἀπέραντη ἀγαθωσύνην τοῦ Σωτῆρος: Ἀθῶος, ἀναμειγνύεται μέ τούς ἐνόχους· Πηγή πάσης Δικαιοσύνης, ἔρχεται σέ σχέση μέ τήν φιλαργυρία πού εἶναι αἰτία πάσης διαστροφῆς". Καί πιό κάτω μᾶς λέγει: "ἀλλά ὁ Ἰησοῦς, κατηγορούμενος ὅτι εἶναι συνεστιάζων καί φίλος τῶν τελωνῶν, περιφρονεῖ τίς συκοφαντίες αὐτές γιά νά ἐκπληρώση τό Ἔργον Του· ἐφ’ὅσον ὁ γιατρός δέν μπορεῖ νά θεραπεύση τούς ἀσθενεῖς παρά μόνον ὅταν δεχθῆ νά ὑπομένει τήν συχαμάρα τῶν πληγῶν τους. "
Γιατί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐνεργεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπον;
Θά μπορούσαμε νά ποῦμε: "καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστιν". Κανένα πρόβατον δέν περιφρονεῖ Ἐκεῖνος πού ἦλθε νά βρεῖ τό χαμένο πρόβατο. "Ἦλθε γάρ ὁ Υἰός τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός", διευκρινίζει ὁ Εὐαγγελιστής. 
Ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος κάπου ἀλλοῦ ἀναφέρει τόν Ἰησοῦ Χριστόν νά λέει: "γιατί εἶναι ἔγκλημα νά προσπαθῶ νά ἐπαναφέρω σέ Μένα τούς ἁμαρτωλούς; Δέν εἶναι δύνατον νά τούς μισῶ ἐφ’ὅσον αὐτοί εἶναι αἰτία τοῦ Ἐρχομοῦ μου στή γῆ· ἦλθα ὡς Γιατρός καί ὄχι ὡς Κριτής, γι’αὐτό καταδέχομαι νά συνεστιάζομαι μέ τούς ἀσθενεῖς, καί ὑποφέρω τήν ἄσχημη μυρωδιά τῶν πληγῶν τους, προκειμένου νά μπορέσω νά ἐφαρμώσω πιό ἀποτελεσματική θεραπεῖα." 
Ἀκοῦμε ἐπίσης γιά τό "πλῆθος τοῦ λαοῦ" στό Εὐαγγέλιο. Εἶναι αὐτό "τό πλῆθος" πού ἀπαγόρευε στόν τυφλό νά ζητᾶ ἀπό τόν Χριστό μέ τίς φωνές του, νά τοῦ δώσει τήν ὅρασι, καί εἶναι ἐπίσης τό ἐμπόδιο πού ἐμποδίζει τό Ζακχαῖο νά δεῖ τόν Σωτῆρα. Εἶναι αὐτό τό πλῆθος χωρίς ὄνομα, πού εἶναι κυριευμένο ἀπό τά πάθη του καί πού θά φωνάζει ἀργότερα: "σταύρωσον Αὐτόν", ἐνῶ πρίν ἀπό λίγο ἐφώναζε: "ὡσανά ὁ υἱός Δαβίδ". Αὐτή ἡ ἀνισσοροπία τοῦ πλήθους εἶναι χαρακτηριστική γιατί δίνει ἐμπιστοσύνη μόνον στήν ἐξωτερική ἐμφάνιση. "Τό πλῆθος τοῦ λαοῦ ἀντιπροσωπεύει τήν ἀμαθῆ καί ταραχώδη πληθώρα πού δέν μπορεῖ νά ὑψώση τό βλέμμα της ἕως τήν κορυφή τῆς σοφίας.  Ὅσον καιρό ὁ Ζακχαῖος ἦταν μέσα στό πλῆθος δέν μπόρεσε νά δῆ τόν Χριστό, ἀλλά ὅταν ὑψώθηκε πάνω ἀπό τό ἀμαθῆ πλῆθος ἀμέσως ἀξιώθηκε νά δέχεται μέσα στόν οἶκο του Ἐκεῖνον πού μόνο  ποθοῦσε νά δῆ",  μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Κύριλλος. 
Γιατί ὁ Ζακχαῖος ποθοῦσε νά δεῖ τόν Χριστόν; "Ὁ σπόρος τῆς σωτηρίας εἶχε φυτρώσει μέσα στήν ψυχή του", λέγει κάποιος ἄλλος ἅγιος Πατέρας. Σίγουρα εἶχε ἀκούσει νά μιλᾶνε γιά τόν Μεσσία καί ἤθελε νά Τόν δεῖ μέ τά μάτια του. Κάτι τόν ἀπασχολοῦσε : Ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του, δηλαδή ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ πού τόν ἔλεγχε γιά τήν ζωήν του καί τοῦ δημιουργοῦσε τύψεις.
Βλέπουμε ἐπίσης ὅτι ἔτρεχε: "Καί προδραμών ἔμπροσθεν", λέγει ὁ Εὐαγγελιστής, "ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδη αὐτόν". Δέν ἦταν χλιαρός, καί ὁ λόγος τῆς Ἁποκαλύψεως: "οὕτως ὅτι χλιαρός εἶ, καί οὔτε ζεστός οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου", δέν ἰσχύει γιά αὐτόν. Αὐτή ἡ θερμή διάθεσις τῆς καρδιᾶς ἔσπρωξε τόν Σωτῆρα νά ἀπευθυνθεῖ σέ αὐτόν καί νά τόν προσκαλέσει: "Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι". "Ὁ Ζακχαῖος, ἀπό τήν μεριά του, δέν ἔδειξε τήν παραμικρή καθυστέρησι, καί ἔτσι φάνηκε ἄξιος τῆς εὔσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος χαρίζει τήν ὄρασι στούς τυφλούς, καί καλεῖ αὐτούς πού ἀπομακρύνθηκαν", λέγει ὁ Ἄγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας. Καί ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος λέγει: "Χωρίς νά εἶναι καλεσμένος, καλεῖται ἐξ Ἑαυτοῦ Του νά πάει στό σπίτι του. Ἤξερε ὁ Κύριος ὅτι ἡ φιλοξενία πού ζητοῦσε θά εἶχε μιά μεγάλη ἀμοιβή, καί παρόλο ἀκόμη πού δέν εἶχε ἀκούσει τόν Ζακχαῖο, ἔβλεπε τήν προαίρεση τῆς καρδιᾶς του". 
"Καί ὑπεδέξατο αὐτόν χαίρων", λέγει τό Εὑαγγέλιο· ἤλπιζε μόνον νά δεῖ τόν Μεσσία, καί ἰδού, Ἐκεῖνος καταδέχθηκε νά πάει στό σπίτι του, στό σπίτι ἑνός τελώνου· ἦταν λοιπόν αὐτό αἰτία ὁ τελώνης νά εἶναι στό ἀποκορύφωμα τῆς χαρᾶς του.
Βλέποντας αὐτά, συνεχίζει ὁ Εὐαγγελιστής, ὅλοι ἐγγόγυζαν καί ἔλεγαν: "παρά ἁμαρτωλῷ ἀνδρί εἰσῆλθε καταλῦσαι". Ὁ Ζακχαῖος ὅμως, ἐκείνη τήν στιγμή, ἔδειχνε τήν μετάνοιάν του στόν Ἰησοῦν Χριστόν: "ἰδού τά ἡμίση  τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἰ τινος τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν". Ἦταν ἀποφασισμένος νά μοιράση τά ἀγαθά του μέ τούς πτωχούς καί αὐτά πού ἀπέκτησε παράνομα, ἤθελε νά τά ἐπιστρέψη στό τετραπλοῦν. Ἦταν ἀποφασισμένος νά κάνει παραπάνω ἀπό ὅ,τι ὁ νόμος διώριζε καί νά τά ἀποδώσει στό τετραπλοῦν. Διότι ὁ νόμος λέγει : "ἐάν δέ καταληφθῆ καί εὑρεθῆ ἐν τῇ χειρί αὐτοῦ τό κλέμμα [...], διπλά αὐτά ἀποτίσει» (Ἐξ.22,4) .
Ὁ Χριστός βλέποντας τήν διάθεσι τῆς καρδιᾶς του, ὅλη συντετριμμένη, ἀντί νά τοῦ κάνει παρατηρήσεις, τοῦ εἶπε: «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» καί τά λοιπά. Τήν ἴδια εὐσπλαγχνική συμπεριφορά εἶχε ὁ Σωτήρ ἡμῶν στήν μοιχαλίδα γυναίκα καί κάθε φορά πού ἔβλεπε μία ἀληθινή μετάνοια. Πῶς μπορεῖ νά κάνει διαφορετικά Αὐτός πού μᾶς ὁμιλεῖ στήν παραβολή τοῦ Ἁσώτου γι’ αὐτόν τόν πατέρα πού ἡ εὐσπλαγχνία εἶναι ὄρος τῆς πατρικῆς ἀγάπης; Ἐνῶ ἡ δική μας δικαιοσύνη  εἶναι πιό πολύ βασισμένη σέ ἀνθρωπίνους συλλογισμούς καί στά φαινόμενα, ὅπως τό ἐπάγγελμα τοῦ τελώνου, πού προκαλοῦσε σκάνδαλο στούς ὁμοίους μας. 
Γιατί ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε αὐτή τήν περικοπή τοῦ Εὑαγγελίου ἀμέσως πρίν τό Τριώδιο; Τελείως τυχαίως; Δέν ὑπάρχει τύχη, οὔτε στήν Ἑκκλησία, οὔτε στήν Οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ ὁ Ὁποῖος ἦλθε νά κάνη τό θέλημα Ἐκείνου πού Τόν  ἔστειλε. Εἶναι αὐτή ἡ θεία θέλησις πού κατευθύνει τήν Ἐκκλησία καθώς κατεύθυνε τά βήματα τοῦ Κυρίου. Ἰδού ἡ βασική αἰτία. Ὑπάρχουν, βεβαίως, δευτερεύουσες αἰτίες ἀλλά ἀντί νά σᾶς δώσω μασιμένη τροφή,  ἀφήνω στόν καθένα νά τό βρεῖ. 
Τελειώνοντας, δέν μοῦ μένει ἀπό τό νά εὐχηθῶ ἐπίσης καί τά δικά μας βήματα νά κατευθύνονται ἀπό τό Θείο Θέλημα ὥστε νά παραμένουμε μέσα στήν Ἐκκλησία.

Ἀρχιμ. Κασσιανός 


ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΤΟΜΗΝ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Σ
ήμερα, ΙΒ΄ Κυριακή Ματθαίου, ἑορτάζουμε ἐπίσης τήν Ἀποτομήν τῆς Κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Εἶναι τόσο σημαντική αὐτή ἡ ἑορτή πού νηστεύουμε παρόλο πού εἶναι Κυριακή – μόνο κατάλυση οἴνου καί ἐλαίου ἔχουμε.
Ὁ Ἡρώδης φυλάκισε τόν Ἰωάννη διότι τά λόγια του στιγμάτιζαν τήν ἄτακτη ζωή του καί, φυλακίζοντάς τόν, ἤλπιζε νά τόν κάνει νά σιωπήσει. Ὅμως ἐκεῖνος πού κήρυττε τήν ἀλήθεια ὄντας ἐλεύθερος συνέχιζε νά τό κάνει καί στήν φυλακή. Τίποτα δέν μποροῦσε νά τόν σταματήσει νά ὁμολογεῖ τόν Χριστόν ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀλήθεια, καί γι’αὐτό ὀνομάστηκε «ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζον» (Ματθ. ΙΑ΄, 11), δηλαδή «ἀνώτερος μεταξύ ὅλων πού ἔχουν γεννηθεῖ ἕως τώρα ἀπό γυναίκας».
Ὁ Ἡρώδης τόν ἐκτιμοῦσε καί τόν φοβόταν συγχρόνως˚ τόν ἐκτιμοῦσε γιά τήν εὐθύτητά του καί τόν φοβόταν γιά τήν δική του ζωή ἡ ὁποία δέν ἀντιστοιχοῦσε σ’αὐτήν. Ἀλλά κάποιο ἄλλο ἄτομο μισοῦσε τόν Ἰωάννη – αὐτή πού συζοῦσε μέ τόν Ἡρώδη, ἡ Ἡρωδιάς ἡ ὁποία ἤταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ του. Ἐκμεταλλεύτηκε τήν εὐκαιρία τῶν γενεθλιῶν τοῦ Ἡρώδου γιά νά θανατώσει τόν Ἰωάννη. Ὁ Ἡρώδης θά ἔχει πιεῖ καί θά ἔχει φάει περισσότερο ἀπ’ὅσο ἔπρεπε καί ὁ λάγνος χορός τῆς κόρης τῆς Ἡρωδιάδος ἔκανε τό ὑπόλοιπο. Ὁ Ἡρώδης χωρίς νά σκεφθῆ ὀρκίστηκε νά τῆς χαρίσει μέχρι καί τό μισό βασίλειό του. Ἡ  κόρη, μέ τήν συμβουλή τῆς διεστραμμένης μητέρας της, ζήτησε τή κεφαλή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, διότι ἔτσι δέν θά εἶχαν πλέον ἐμπόδιο στήν παράνομη ἕνωσή τους. Ὁ Ἡρώδης λυπήθηκε γι’αὐτήν τήν αἴτηση, ἀλλά ἀφοῦ ἤταν ἄνθρωπος πού τόν τραβοῦσε ἡ ἀλήθεια καί ἡ ἁμαρτία συγχρόνως, ὑποχώρησε στήν αἴτηση. Αὐτή ἡ διφορούμενη στάση στοίχισε τήν ζωή τοῦ Προδρόμου καί ἔδωσε τό ἐλεύθερο στήν ἁμαρτία. Αὐτό ἤταν ἡ περίληψη τῆς περικοπῆς καί ἄς δοῦμε τῶρα τί μάθημα μποροῦμε νά πάρουμε γιά μας.
Μποροῦμε νά πράττουμε ὅπως ἡ Ἡρωδιάς καί νά ἐπιδιδόμαστε στήν ἁμαρτία μέχρι καί τό φόνο. Μποροῦμε νά κάνουμε σάν τόν Ἡρώδη, δηλαδή νά κουτσαίνουμε μέ τά δύο πόδια, ὅπως λέει ὁ Προφήτης Ἡλίας, ἀγαπῶντας τήν ἀλήθεια καί τήν ἁμαρτία συγχρόνως. Ἤ μποροῦμε νά ζοῦμε τελείως γιά τήν ἀλήθεια, δηλαδή γιά τό Θεό. Τό τέλος τῆς κάθε συμπεριφορᾶς μπορεῖ κανεῖς νά τό φανταστεῖ. Σήμερα ἑορτάζουμε τόν πρόδρομον τῆς ἀληθείας, καί θά τόν ἑορτάζουμε ὡς τήν συντέλεια τοῦ κόσμου.
Πρός τό παρόν δέν μᾶς ζητᾶνε μεγάλα ἔργα ἀλλά ἁπλῶς νά ὁμολογοῦμε κάθε μέρα τήν πίστη μας μέσα στόν κόσμο. Αὐτό μπορεῖ νά ἀποτελεῖται ἀπό μικρά πράγματα, τήν ἐνδυμασία μας ἤ τήν νηστεία π.χ., μπροστά σ’αὐτούς πού παίρνουν τήν πλατεία καί εὐρύχωρον ὁδό καί μᾶς ἀποκαλοῦν καθυστερημμένους «παλαιοημερολογῖτες». «Καλόν τό ἅλας˚ ἐάν δέ τό ἅλας μωρανθῆ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται;» λέει τό Εὐαγγέλιο (Λουκ.ΙΔ΄, 34),δηλαδή «Τό ἁλάτι εἶναι καλόν. Ἐάν ὅμως τό ἁλάτι χάση τήν δύναμίν του, τότε μέ τί εἶναι δυνατό νά ἀρτυθῆ αὐτό;» Ἐάν ἐμεῖς, πού πρέπει νά εἴμαστε τό ἁλάτι τῆς γῆς, χαλαρώνουμε λίγο-λίγο σέ μιά εὔκολη καί ἄνετη ζωή, τότε ποιός θά τό κάνει στή θέση μας;
 «Ὁ πιστός ἐν ἐλαχίστῳ, καί ἐν πολλῶ πιστός ἐστί» λέει ἐπίσης ὁ Χριστός (Λουκ.ΙΣΤ. 10), δηλαδή «Ἐκεῖνος πού εἶναι πιστός εἰς τό ἐλάχιστον, εἰς τά ὑλικά δηλαδή, αὐτός εἶναι πιστός καί εἰς τά περισσότερα, εἰς τά πνευματικά». Συνεπῶς μή νομίζουμε ὅτι δέν εἶναι τίποτα τό πῶς ντυνόμαστε π.χ., στούς δρόμους ἤ στήν ἐκκλησία. Καί γιά κάθε λόγο θά δώσουμε ἀπολογία!
Ὅλα αὐτά βέβαια μέ ἀφοροῦν καί ἐμένα καί μάλιστα τό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου μέ ὑποχρεώνει νά σᾶς μιλάω εἰλικρινά, νά σᾶς πῶ τήν ἀλήθεια, ἀκόμη καί ἄν σᾶς  δυσαρεστήσω. Δέν πρέπει νά ψάχνω τά χειροκροτήματά σας ἀλλά τήν σωτηρία σας καί ἡ ἀλήθεια δέν λέγεται πάντα εὔκολα.
Πρέπει νά κηρύττω μέ τά λόγια καί τό παράδειγμα, καί ἄν χαλαρώσω θά σκανδαλιστεῖτε. Δέν λέει ἡ Γραφή : «Ὅς δ’ἄν σκανδαλίση ἕνα τῶν μικρῶν τοιοῦτον, τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, συμφέρει αὐτῶ, ἵνα κρεμασθῆ μύλος ὀνικός ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ, καί καταποντισθῆ ἐν τῶ πελάγει τῆς θαλάσσης» ; (Ματθ.ΙΗ΄, 6), δηλαδή «Ὅποιος σκανδαλίση  καί παρασύρη εἰς τήν ἁμαρτίαν ἕνα ἀπό τούς μικρούς καί ἀπλοϊκούς αὐτούς πού πιστεύουν εἰς ἐμέ, εῖναι προτιμώτερον δι’αὐτόν νά κρεμαστεῖ εἰς τό τράχηλόν του μυλόπετρα καί νά καταποντισθῆ εἰς τήν ἀνοιχτή θάλασσα». Καί ὁ Ἀπόστολος λέει: «μηδεμίαν ἐν μηδενί διδόντες προσκοπήν, ἵνα μή μωμηθῆ ἡ διακονία», δηλαδή «... χωρίς νά δίδωμεν καμμίαν ἀφορμήν σκανδάλου εἰς τίποτε, διά νά μή κατηγορηθῆ εἰς τό ἐλάχιστον ἡ διακονία τοῦ κηρύγματος» (Β΄Κορ. ΣΤ΄, 3).
Αὐτό ἰσχύει γιά μένα σάν ἱερέα, ἀλλά καί κατ’ ἀναλογία τό λέει καί γιά ὅλους σας διότι καί ἐσεῖς πρέπει νά κηρύξετε τήν ἀλήθεια στούς γύρω σας μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα σας.
Εὔχομαι νά μᾶς βοηθήσει Αὐτός πού ἀξιώθηκε νά βαπτίση τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε ὅλη ἡ ζωή μας νά εἶναι σύμφωνη μέ τήν δέσμευση τοῦ βαπτίσματός μας, πού ὑποσχεθήκαμε νά ἀρνηθοῦμε τόν Σατανά καί τά ἔργα του καί νά ἑνωθοῦμε μέ τό Χριστό.
Ἱερομόναχος Κασσιανός


Ἡ θέωσις

Ὁ Εὐάγριος θεωρεῖ τήν ἀπάθεια ὡς σκοπό τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι ταυτόχρονα καί σωστό καί λάθος. Ἡ ἀπάθεια δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ προϋπόθεσις ἐνῶ ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι σωστό, μέ τήν ἔννοια ὅτι πρόκειται νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τά πάθη, νά μᾶς ἐξαγνίσει καί ὄχι νά καταργήση τίς φυσικές μας δυνάμεις, λογική, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες κ.λ.π.. Δέν πρόκειται νά καταργήσουμε τήν προσωπικότητά μας ἀλλά νά τήν ἐξαγνίσουμε, νά τήν τελειοποιήσουμε, ἤ πιό σωστά, νά τήν ἑνώσουμε μέ τόν Θεόν. Ἡ Θέωσις, ἰδού ὁ ἀληθινός σκοπός μας. 
Αὐτή ἡ θέωσις δέν συνίσταται σέ μία ἐξουθένωσι, οὔτε σέ κάτι τό ἐπιπρόσθετο, ἀλλά στήν ἕνωσι τῆς θείας ἐνέργειας ἤ τῆς θείας χάριτος μέ τόν ἄνθρωπο. Διατηροῦμε πάντοτε τήν ἴδια προσωπικότητα ἀλλά θά ἐξαγνισθῆ ἀπό τίς ἀτέλειές της καί θά μεταμορφωθῆ.
Δέν πρόκειται λοιπόν νά σταματήσουμε τόν νοῦν ἀλλά νά τόν ἐξαγνίσουμε σταυρώνοντάς τον στόν σταυρό. 
Μόλις ἐξαγνισθῆ ὁ νοῦς θά μείνη στά ὅριά του ἀντί νά θέλει νά κυριαρχῆ καί νά λαμβάνεται ὡς κριτήριον γιά ὅλα.
 Τό ἴδιο καί μέ τά αἰσθήματα τά ὁποῖα δέν εἶναι κακά τά ἴδια, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό. Εἶναι ἡ ἀμαρτωλή χρήσις ἐκ μέρους μας πού εἶναι ὑπεύθυνη. Ὁ Χριστός, ὁ ἀπαθής, δέν κλαίει μαθαίνοντας τόν θάνατο τοῦ φίλου του Λαζάρου; Δέν κυλοῦν δάκρυα ὡς θρόμβοι αἵματος στόν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν ὅταν ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νά ἑνώση τό ἀνθρώπινο θέλημά Του μέ τό θεῖο θέλημα; «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ὡς σύ» (Ματθ. 26:39)
Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ Σωτήρ ἔσωσε τόν κόσμο καί ἐπίσης ἐπάνω στό σταυρό ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία μας. Αὐτός ὁ σταυρός συνίσταται σ΄ἐμᾶς, στήν ἀπάρνησι, τήν ἄσκησι, τή νηστεία, τήν ὑπακοή κ.λ.π., ὅλα αὐτά πού ἀφανίζουν «τόν παλαιό μας ἄνθρωπο». Αὐτο φαίνεται παράλογο ἐάν ἀγνοοῦμε τήν ἕννοια τῆς ἀμαρτίας καί τῆς πτώσεως.
Μόλις ἐξαγνισθοῦμε καί ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, δέν κρίνουμε πλέον χωρίς προσοχή καί μόνον ἀπό τά ἐξωτερικά καί ἀφηρημένα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν θεία ὅρασι πού βλέπει καί τά συμπεριλαμβάνει ὅλα. Τότε ἡ κρίσις μας δέν θά εἶναι πλέον μερική ἀλλά ἀκριβής καί τέλεια. Στηριγμένη στήν ἀγαπή αὐτή ἡ κρίσις θά γνωρίζει νά δίνει στό κάθε τι τήν σωστή του ἀξία. 
Ἡ δική μας θέλησις, ὅμως, κάνει τό ἀντίθετο: ἐκτιμᾶ τά πράγματα, καλά ἤ κακά, σύμφωνα μέ τό συμφέρον μας. Γιά νά πετύχουμε, συνεργάζονται καί ἄλλα πάθη : θυμός, ζήλεια, κ.λ.π. Τό ἐγωκεντρικό μας συμφέρον ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Δικαιοσύνη μέ τό πρόσχημα τοῦ δικαίου. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά κίβδηλη δικαιοσύνη πού παίρνει ἀξίες – αὐτές καθ΄ ἑαυτές σωστές καί ἀληθινές – γιά βοήθεια. 
Ὁ διάβολος δέν προσπαθοῦσε νά πλανήσει τόν Χριστό στήν ἔρημο ἀναφέροντάς του χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή;
 Ἅς συγκεφαλαιώσουμε: Ὁ ἐγωκεντρισμός μας, ἡ φιλαυτία μας, ἡ ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ ἀναδίπλωσις τοῦ ἐγώ μας εἶναι πού ἀλλοιώνουν τήν γνήσια θέλησί μας καί πού ὅλα τά διαστρέφουν.
Ἡ ὑπερηφάνεια κάνει τά ὑπόλοιπα: μᾶς τυφλώνει κάνοντάς μας νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀλάθητοι.
Ἐνῶ, σ’αὐτόν πού ἔμαθε νά ἐξαγνίζεται ἀπό τά πάθη του, ἐφαρμόζονται οἱ λόγοι τοῦ Ἁγ. Ἰσαάκ: «Αὐτός ὁ ἅνθρωπος εἶναι μακρυά άπό κάθε ὀργή, μακρυά ἀπό κάθε ζῆλο γιά ἀντιλογία, δέν ἀναστατώνεται οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως, οὔτε ἐξ αἰτίας ἐπιθυμίας κανενός πράγματος, ἀλλά ζεῖ μέσα σέ ἄπειρη ἀνέκφραστη ψυχική εἰρήνη καί σέ βαθειά ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν βλέπουμε κάποιον ν’ ἀναστατώνεται ἀπέναντι στήν ἄγνοια τῶν ἄλλων ἤ νά θέλει νά τούς διορθώσει, πρέπει νά γνωρίζουμε πώς εἶναι ἡ δική του ἄγνοια πού τόν ὠθεῖ σ΄αὐτό.» (Ἁγ. Ἰσαακ Σύρος τόμος Β΄, λόγος Δ΄, § 77).
Ἀρχιμ. Κασσιανός


Η ΑΡΓΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Μιά πληγή - καί ὄχι ἡ μικρότερη - εἶναι ἡ ἀργολογία στήν ἐκκλησία, ὥρα προσευχῆς. 
Ὁλόκληρη σειρά ἁμαρτιῶν ἀκολουθεῖ αὐτό τό μισητό ἐλάττωμα: 
1ον: Ἀργολογῶ, καί αὐτό εἶναι ἁμαρτία καί ρίζα τόσων ἄλλων ἁμαρτιῶν. Καί ὄχι ἁπλῶς ἀργολογῶ, ἀλλά τό κάνω μέσα στήν ἐκκλησία πού εἶναι ἱερός τόπος. Πόσο βαριά ἁμαρτία εἶναι τό νά καταφρονεῖ κανείς αὐτόν τόν ἱερόν τόπον, μᾶς τό δείχνει ἡ ἱστορία τοῦ Ἡλί στή Παλαιά Διαθήκη (Α'Βασ. 2:12-6).
2ον: Ἀντί νά κάνω προσευχή καί νά ἀκούω τήν ἀκολουθία, διασκορπίζομαι. Ἀν πρέπει νά ἐξομολογοῦμαι ὅλους τούς ρεμβασμούς, πόσο μᾶλλον αὐτήν τήν ἀργολογία.
3 ον: Παρασύρω τόν ἄλλον, μέ τόν ὁποῖο μιλάω, στήν ἴδια ἁμαρτία.
4 ον: Ἐνοχλῶ καί σκανδαλίζω τούς ἄλλους πού προσεύχονται. "Ουαί τῶ ἀνθρώπω ἐκείνω δι'οὖ τό σκάνδαλον ἔρχεται", λέει τό Εὐαγγέλιο (Ματθ. 18:7).
5 ον: Διαταράσσω τήν ἴδια τήν ἀκολουθία, πού εἶναι ἔργον ἱερόν.
6ον: Δίνω κακό παράδειγμα καί θρέφω αὐτό τό ὀλέθριο ἐλάττωμα μεταξύ τῶν πιστῶν.
7ον: Δέν ἔχω πίστη οὔτε εὐλάβεια, καί αὐτό μέ ἐμποδίζει νά θεωρῶ τό μυστήριο πού τελεῖται μπροστά στά μάτια μου. Μόνο βλέπω τοίχους καί ἀκούω ψαλμωδίες πού μέ πλήττουν· καί ἐφ' ὅσον πλήττω, ψάχνω μιά παρηγοριά μέ τήν ἀργολογία.
8ον: Τό βαρύτερο, λυπίζω τόν Ἄγγελό μου καί τόν Κύριό μου, ὁ Ὁποῖος μέ ἀνέχεται καί βλέπει ὅτι ὄχι μόνο δέν ἐνδιαφέρομαι γι' Αὐτόν, ἀλλά κάνω καί τό θέλημα τοῦ διαβόλου.
Αὐτό τό ἐλάττωμα ἔχει σίγουρα καί ἄλλες μορφές πού ξεχνάω.

Ξέρω ὅτι πάντα βρίσκουμε κάποια πρόφαση ἤ δικαιολογία, λέγοντας ὅτι δέν θέλουμε νά λυπίζουμε αὐτόν που μᾶς μιλάει. Εἶναι λοιπόν καλύτερα νά λυπίζω τόν Θεόν, νά σκανδαλίζω καί νά ἐνοχλῶ τούς ἄλλους παρά νά λυπίζω ἕναν πολύλογο ! Ἄν τόν βάζω δύο-τρεῖς φορές στήν θέση του καί τοῦ δίνω νά καταλάβει νά μοῦ πεῖ τί θέλει μετά τήν ἀκολουθία, θά τόν βοηθήσω καί αὐτόν καί θά με ἀφήσει ἥσυχο.
Ἐπίσης, γιατί νά κάθομαι δίπλα σέ κάποιον που ἀργολογεῖ, καί ὄχι δίπλα σέ κάποιον εὐλαβή που συγκεντρώνεται στήν προσευχή; δέν θά καθόμουνα δίπλα σέ κάποιον που μυρίζει ἄσχημα· αὐτό μέ ἐνοχλεῖ, ἐνῶ ἡ ἀργολογία δέν μέ ἐνοχλεῖ!
Οἱ συζητήσεις καί οἱ δουλειές πού γίνονται καί μετά τήν ἀκολουθία μποροῦν εὔκολα νά κανονίζονται πρίν ἤ μετά τήν προσευχή, καί δέν ἀξίζει νά μέ κάνουν νά πέφτω σέ ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἀνάφερα πιό πάνω.
Δέν ὑπάρχει τίποτα πιό σημαντικό ἀπό τήν προσευχή στήν ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Εἶναι θλιβερό ὅταν προτιμοῦνται οἱ ὑλικές ἀπασχολήσεις. Εἶναι πολύ λυπηρό ἄν δίνουμε πρωτεραιότητα σ'αὐτό πού εἶναι δευτερεύων καί ὄχι σ'αὐτό πού εἶναι οὐσιώδες.
Αὐτή ἡ ἀργολογία στήν ἐκκλησία ἐκφράζει τελικά πάθη πολύ πιό βαθιά πού βρίσκονται μέσα μου: ἀπιστία, ἀνευλάβεια, ἐγωϊσμό, ἀκηδεία, ἀδιαφορία, κλπ... Ἄν δέν θέλω νά κόψω αὐτό τό μισητό ἐλάττωμα, δέν θά καταφέρω ποτέ νά ἀπαλλαχθῶ ἀπό τήν ρίζα, ἤ μᾶλλον ὁ Κύριος δέν θά μέ θεραπεύσει ἀπό αὐτήν. Γιατί τό νά μή μιλάω στήν ἐκκλησία εἶναι στό χέρι μου, ἀλλά τό νά καθαρισθῶ ἀπό τά πάθη εἶναι τοῦ Θεοῦ, καί ὁ Θεός θά τό κάνει ὅταν ἐγώ κάνω ὅ, τι ἐξαρτᾶται ἀπό μένα. 


Ἱερομόναχος Κασσιανός

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ



Διαβάζοντας τήν παραβολή τοῦ Ἁσώτου Υἱοῦ καί τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου παρατηροῦμε κάποια ἀντίφασι. Ὁ πατήρ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ μένει στό σπίτι περιμένοντας τόν υἱόν νά ἐπιστρέψει, ἐνῶ γιά τό ἀπολωλός πρόβατον βλέπουμε τόν Τσοπάνο νά πηγαίνει πρός ἀναζήτησι τοῦ προβάτου.
Οἱ παραβολές δείχνουν τήν ἀλήθεια μέ τρόπο λίγο ὡς πολύ τέλειο ἀλλά ἀπό  μία πλευρά μόνο.Στή πρώτη παραβολή (τοῦ  Ἀσώτου) ὑπογραμίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά πάρη τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας καί στήν δεύτερη ( τοῦ ἀπολωλότος προβάτου  βλέπουμε τήν ἄκρα φροντίδα τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς πού πάει μέχρι τά πιό βαθειά σπήλαια τῶν ἁμαρτιῶν μας προκειμένου νά μᾶς σώσει.
Ἄρα οἱ δυό παραβολές συμπληρώνονται χωρίς νά ἀντιφάσκουν. Ἀλλά ἄς πᾶμε ἀκόμη πιό μακρυά. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου ύἱοῦ  δέν τόν ἀκολουθοῦσε γιά νά τόν συγκρατήση μέ βία ἀλλά περίμενε ὑπομονετικά τήν ἐπιστροφή του. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅτι παρατηροῦσε κάθε ἡμέρα κατά μῆκος τοῦ δρόμου μέ τήν ἐλπίδα νά ἰδῆ τόν υἱόν του νά ἐπιστρέφη.Μόλις ἴδε τελικά ὁ πατέρας τήν μετάνοια τοῦ υἱοῦ «ἔτρεξε καί ἔπεσε στό λαιμό του». Αὐτή ἡ συμπεριφορά  δείχνει τήν ἐλευθερία τοῦ υἱοῦ-πού δέν ἦταν δοῦλος –καί ἐπίσης τήν διάκρισι τοῦ πατέρα πού ἄφησε τόν υἱόν του νά πάρη αὐτήν τήν ἄσχημη ἐμπειρία ὥστε νά τόν κάνη σοφό.
Εἰς τό ἀπολωλός πρόβατον ἡ ἔννοια εἶναι διαφορετική: 
ἕνα πρόβατο εἶναι ἀμαθές καί ψάχνει εὔκολα τό χόρτο πού τοῦ ἀρέσει. Δέν γνωρίζει τόν κίνδυνο τοῦ γκρεμοῦ καί τῶν ἀγρίων θηρίων καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν προστασία τοῦ κοπαδιοῦ.Ἡ ἀμάθειά μας σημαδεύεται μέ αὐτήν τήν παραβολή. Ἡ ἁμαρτία μᾶς φαίνεται γλυκειά, ἐλαχιστοποιοῦμε τίς συνέπειες καί κλίνουμε εὔκολα τά μάτια μας τή στιγμή πού βγαίνουμε  ἀπό τόν δρόμο μας. Μόνον κατόπιν ἀνοίγουν τά μάτις  ὅπως στούς πρωτοπλάστους: « 
«Ὁ βοσκός ψάχνει τό ἀποπλανημένο πρόβατο καί τό ἐπαναφέρει ἐπάνω στούς ὤμους τους διότι δέν εἶχε τήν δύναμι νά ἐπιστρέψη. Τό πρόβατο, ζῶο στερημένο ἀπό λογική εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀσύνετου ἀνθρώπου πού γίνεται θῦμα τῶν πανουργιῶν τοῦ ἐχθροῦ, ἀποπλανιέται ὅπως ἕνα πρόβατο» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.
«Ὅταν ὁ βοσκός βρεῖ τό πρόβατό του δέν τό μαλώνει καθόλου, δέν τό γυρνᾶ στή μάνδρα μέ βία, ἀλλά τό φορτώνεται στούς ὤμους  του καί τό φέρει μέ τρυφερότητα γιά νά τό συνάψη πάλι στό κοπάδι: Καί ὅταν τό βρῆ, τό βάζει μέ χαρά στούς  ὤμους του» λέγει ὁ Ἁγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἄρα οὔτε ὁ πατέρας τοῦ  ἀσώτου υἱοῦ, οὔτε ὁ καλός ποιμήν δέν καταναγκάζουν τό ἀποπλανεμένο, καί οἱ δύο τό ὑποδέχονται χωρίς ἐπιφύλαξι.
Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει διαδοχικά τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, ἐν συνεχεία αὐτή τῆς ἀπολεσθείσης δραχμῆς καί τρίτη στήν σειρά τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ἐάν κάθε παραβολή εἶχε ἀκριβῶς τήν ἴδια ἔννοια, γιατί νά μή ἀρκεσθῆ σέ μία μόνο παραβολή; Ἀλλά ἀκριβῶς (διότι) κάθε παραβολή ὑπογραμμίζει θέματα διαφορετικά καί συμπληρωματικά.
Σέ κάθε παραβολή, ὁ Χριστός  καθορίζει τόν ἀριθμό:Ἑκατό πρόβατα, δέκα δραχμές  καί δύο υἱοί(γιοί).
Ὑπάρχουν παραπλανημένοι καί χαμένοικαί ἄλλοι πού δέν εἶναι. Ἡ χαρά ὅμως ἦταν κάθε φορά γιά τήν πρώτη κατηγορία-πρᾶγμα πού πρέπει νά δίνει μεγάλη ἐλπίδα στόν ἁμαρτωλό, δεδομένου ὅτι αὐτός μετανοεῖ.
Στήν τρίτη παραβολή, ὁ Κύριος ζητᾶ νά χαρῆ μαζί του; Δέν θέλει νά χαρῆ μόνος Του πού βρῆκε αὐτό πού εἶχε χαθῆ ἀλλά προσκαλεῖ καί ἄλλους γιά νά χαροῦν μαζί Του.
Γιά νά συγκεφαλαιώσωμε. Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἀντίφασις στίς παραβολές τοῦ Σωτῆρος ἀλλά συμπληρωματικότητα, διότι κάθε παραβολή δέν ἐπηρεάζει παρά συγκεκριμένα θέματα καί ἕνα μέρος μόνον τῆς ἀληθείας.

Ἀρχιμ. Κασσιανός

Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

«Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...» ( Ματθ. 18,23-35)

«Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν ὡμοιώθη». Ὡμοιώθη δέν πάει νά πῆ ὅτι εἶναι ἴδια, διότι ὑπάρχουν πάντοτε διαφορές μεταξύ τῆς παραβολῆς καί τῆς ἀληθείας πού στοχεύει, δηλαδή τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 
Ὁ Κύριος χρησιμοποιεῖ συχνά παραβολές «ὥστε νά χαράξη εὐκολώτερον στό πνεῦμα τῶν ἀκροατῶν, μέ τήν βοήθεια τῶν συγκρίσεων καί τῶν παραδειγμάτων, τό δίδαγμα πού δέν θά μποροῦσαν νά συγκρατήσουν, ἐάν παρουσιάζετο στήν ἁπλότητά του»( Ἁγ. Ἱερώνυμος).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς τῆς παραβολῆς εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Βασιλέως τῶν Βασιλευόντων. Οἱ ἐπίγειες Βασιλεῖες δέν εἶναι παρά ἀμυδρά ἀντανάκλασι τῆς Βασιλείας πού «ὑποσχέθηκε σ’ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν»(Ἰακώβ. 2,5).
Αὐτός ὁ Βασιλεύς ἤθελε  «νά τακτοποιήση τούς λογαριασμούς του μέ τούς ὑπηρέτας του». Αὐτοί οἱ ὑπηρέτες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό ἐμᾶς τούς πτωχούς ἁμαρτωλούς πού ὑστεροῦμε συνεχῶς στά καθήκοντά μας, καί πού σπαταλοῦμε τά χαρίσματά μας, πού μᾶς παραχωρήθηκαν, ὥστε νά τά καρποφορήσουμε, ὅπως μία ἄλλη παραβολή δηλώνει σαφῶς. Εἴμαστε ἐλεύθεροι σ’αὐτήν τήν ζωή, νά κρίνουμε καί τήν ψυχή μας, τήν φύσι μας  ἀλλά αὐτό δέν θά εἶναι χωρίς συνέπειες, ἐάν παραβαίνουμε τόν νόμον πού μᾶς ἔδωσε γιά τό καλό μας.
Ἕνα ἀπ’αὐτά τά δῶρα εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία καί ἀγάπη τοῦ πλησίον πού στοχεύονται σ’ αὐτήν τήν παραβολή. Ἐάν δέν χρησιμοποιοῦμε αὐτά τά δῶρα,(χάρες) ἀλλά καί ἔχουμε περιφρόνησι, σκληρότητα καί ἀδιαφορία ἀπέναντι στόν πλησίον, ἡ τιμή θά εἶναι πολύ ἀκριβή διότι ὁ Κύριος θά μᾶς συμπεριφερθῆ ὅμοια σ’αὐτή τήν ζωή καί στήν ἄλλη αἰωνίως.
Νά προσβάλλης (ὑβρίζης) ἕνα βασιλιᾶ εἶναι χίλιες φορές πιό σοβαρό ἀπό τό νά προσβάλλεις ἕνα σύντροφο, ἕνα σύνδουλο, δηλαδή τόν πλησίον μας, γι’αὐτό ἡ διαφορά τοῦ ποσοῦ στήν παραβολή, δέκα χιλιάδες τάλαντα καί ἑκατό δηνάρια μέ ἄλλα λόγια  οἱ ἁμαρτίες πού διαπράττουμε ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, καί τό λάθος πού ὁ πλησίον μας μᾶς κάνει εἶναι χωρίς σύγκρισι. 
Ἡ παραβολή εἶναι χαραγμένη γύρω ἀπό τήν συγνώμη. Μᾶς ζητήθηκε νά συγχωροῦμε ὄχι μόνο μέ τά χείλη ἀλλά «ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς».
«Προσέξατε τήν ὑπερβολή τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Ὁ δοῦλος ζητᾶ μια ἁπλή προθεσμία (παράτασι). Ὁ Κύριος Του τοῦ τήν παρέχει πολύ περισσότερο ἀπ’ὅτι ζητᾶ! Τοῦ συγχωρεῖ τελείως καί ἀπολύτως ὅλα ὅσα τοῦ χρεωστοῦσε» (Ἅγ.Ἰω.Χρυς.Ὁμιλ.61) 
«Ἔσεστε εὔσπλαγχνο καθώς ὁ πατήρ ἡμῶν εὔσπλαγχνος ἐστί» λέγει ὁ Εὐαγγελιστής. (Λουκ.6,36).
Θά ἔχουμε ποτέ τήν δυνατότητα νά ἀποδώσουμε ὅσα ὁ  Θεός μᾶς ἔχει δώσει; Πολύ περισσότερον ἀκόμη αὐτός ὁ ἀχάριστος δοῦλος; Ἐάν ὅμως  συγχωροῦμε «τίς προσβολές τῶν ἀνθρώπων, ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐπουράνιος  θά μᾶς συγχωρέσει ἐπίσης»(Ματθ. 6,14). Λοιπόν τίποτε πιό εὔκολο νά τακτοποιήσουμε τά χρέη μας: Ἄς συγχωρήσουμε καί θά συγχωρεθοῦμε.
Αὐτό εἶναι τό κεντρικό μήνυμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς.
Ζητοῦμε λογαριασμό ἀκριβῆ ἀπό τόν πλησίον. Καί ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἐπιείκεια καί ἡ γεναιοδωρία, ποῦ εἶναι;
Ἀπό τήν πλευρά μας, θέλουμε πάντα ὁ Θεός καί ὁ πλησίον νά μᾶς συγχωροῦν.
 Ὑπάρχουν χίλιες περιπτώσεις ἐλαφρυντικές νά ἐπικαλεσθοῦμε. Κούρασι,  παρεξήγησι, λύπη, πόνο κ.λ.π. 
Τί νά ποῦμε περισσότερο γι’ αὐτήν τήν παραβολή πού τό μήνυμα εἶναι τόσο ἁπλό καί χωρίς ἀμφιβολία;
Ἡ ἐλευθερία μας εἶναι χωρίς ἐμπόδιο γιά νά συγχωρέσουμε ἀληθινά. 
 Ἀρχ. Κασσιανός


Η ΑΙΤΙΑ

ταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, δέν μποροῦμε παρά νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύσουμε τώρα τά συμπτώματα: οἰκονομική κρίσι, ἠθικός ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ πραγματική αἰτία. 
Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα δίκαιοι ἱκανοί νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).
Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι εἶχε φτάσει σέ μέτρα ὥστε μπορεῖ νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν σάν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης ἔτσι...» καί ὁ ἀδελφός κατάλαβε τό μάθημα. 
Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.
Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: ἡ ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία, ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.
Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα. Οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) 
Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅλα ὅσα ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, ἡ ὁποία εἶναι νά Θυσιαστοῦμε καί νά Ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν Κόσμο.
Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά πραγματοποιήσουμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μή ἀρκούμαστε στήν Ταυτότητα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.
Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας, πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ προφ. Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη· κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται γιά τήν ταπείνωσίν τους καί τήν ἀφάνειά τους.


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός