Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

« Ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς σου... »


Ο Κύριος στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (στ ́, 22-23) ἀναφέρει: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστιν ὁ ὁφθαλμός· ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐάν δέ ὁ ὁφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου σκοτεινόν ἔσται. Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον;».

Μιλῶντας ἔτσι ὁ Κύριος δέν παίρνει τό σῶμα καί τό μάτι κυριολεκτικά, ἀλλά στοχεύει περισσότερο στήν πνευματική ὄραση, δηλαδή αὐτή πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά μας. «Ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί» (Ματθ. ιε ́, 19). Ἐάν, λοιπόν, ἡ καρδιά μας εἶναι καθαρή, ὅλα θά εἶναι καθαρά γιά μᾶς· ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος “πάντα μέν καθαρά τοῖς καθαροῖς” (Τίτ. α ́, 15). Ὅσο ὅμως, εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στά πάθη μας ‒ ὑπερηφάνεια, ζηλοφθονία, ἀξίωση τῆς δικαιοσύνης καί ὅλα τά ὑπόλοιπα ‒ τόσο ἡ ἀντίληψή μας εἶναι διεστραμμένη καί λανθασμένη.

Ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται καί σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο στόν ὁφθαλμό λέγον- τας: «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τήν δοκόν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καί τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τό κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματθ. ζ ́, 5). ∆έν ἀρνεῖται ὅτι ὑπάρχει ἕνα καρφί στόν ὀφθαλμό τοῦ ἀδελφοῦ μας, τό ὁποῖο εἶναι ἤδη σοβαρό, ἀλλά μᾶς ἀποκαλεῖ ὑποκριτές μέ τό νά μήν βλέ- πουμε τό καρφί πού βρίσκεται μέσα στό δικό μας μάτι καί τό ὁποῖο μ ̓ αὐτό τόν τρόπο γίνεται δοκάρι.

Στούς Μακαρισμούς ἀναφέρεται: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε ́, 8). Προφανῶς, δέν εἶναι σωματική, ἀλλά πνευματική αὐτή ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη τή στιγμή δέν θά δοῦμε μόνο τόν Θεό, ἀλλά ἡ θέα μας θά εἶναι ἐπίσης σωστή καί δίκαιη. Πρός στιγμήν δυσκο- λευόμαστε νά πιστέψουμε ἀκόμη στόν Θεό καί ἰδίως νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦμε νά Τόν ψηλαφίσουμε πνευματικά, ἐξαιτίας τῆς "μολυσμένης" μας καρδιᾶς.

«Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες τόν Θεό»· δηλαδή ὁ διπλανός σου ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ἡ ἀπιστία μας δέν μᾶς ἐπιτρέπει παρά νά βλέ- πουμε μόνο τίς ἐξωτερικές ἀτέλειες καί τά ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἐνῶ ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος πάσχει καί ἀνασταίνεται μέσα στόν ἀδελφό μας, εἶναι γιά μᾶς μόνο μία ἀφηρημένη ἔννοια. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει στήν πρώτη του Καθολική Ἐπιστολή: “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α ́ Ἰωάν. δ ́, 20).

Πώς μποροῦμε νά διορθώσουμε τήν πνευματική μας ζωή προκειμένου νά ἐξαγνιστεῖ ἡ καρδιά μας; Ὑπακούωντας στήν Ἐκκλησία καί ταπεινώνονταςτόν ἑαυτό μας ἀσταμάτητα. Ἐάν συνειδητοποιῶ τήν κατάπτωσή μου, δέν μπορῶ νά κρίνω· διότι γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ κρίση μου θά εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐάν παίρνω σάν κριτήριο τόν συλλογισμό καί τήν λογική μου καί τοποθετοῦμαι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς πνευματικούς πατέ- ρας, μπορῶ στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων νά θεωρηθῶ προτεστάντης· μέ τίποτα ὅμως ὀρθόδοξος.

Στήν ὑπακοή δέν ὑπάρχει λογική· ἤ καλύτερα ὑπάρχει ἡ λογική τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα μᾶς ξεπερνᾶ κατά πολύ. Ἄν μόνο ἡ "μωρία" τοῦ Θεοῦ ξεπερνοῦσε τή δική μας σοφία. . . ! «Ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (Α ́ Κορ. α ́, 25). Θά εἴμαστε εὐτυχισμένοι, λοιπόν, ὅταν φθάσουμε σ ̓ αὐτή τή μωρία τοῦ Θεοῦ καί ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν κοσμική σοφία. Αὐτή ἡ μωρία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, γιά τήν ὁποῖα μιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἔλλησι δέ μωρίαν” (Α ́ Κορ. α ́,23)

Γιά νά ἐπανέλθω στό θέμα τοῦ ὀφθαλμοῦ καί νά τελειώσω ‒ ἄν καί τό πραγ- ματεύθηκα πολύ λίγο, παρόλο πού εἶναι ἕνα θέμα κεντρικό τῆς ὑπάρξεώς μας, πού καθορίζει ὅλη μας τή ζωή.

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀσθένεια τοῦ πνευματικοῦ μας ὁφθαλμοῦ, ποῦ μᾶς κάνει μονόφθαλμους ἤ καί τυφλούς ἀκόμα; ∆έν εἶναι παρά μιά ἀπουσία, μιά ἔλλειψη, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ σωματικοῦ ὀφθαλμοῦ, ὅταν αὐτό εἶναι ἄρρωστο. Αὐτή ἡ πνευματική τύφλωση μᾶς ἔχει κληρονομηθεῖ ἤδη ἀπό τήν γέννησή μας καί προέρχεται ἀπό τήν πτώση σόν Παράδεισο, ὅταν οἱ προ- πάτορές μας ἐπιζήτησαν τήν ἰσότητα μέ τόν Θεό καί βρέθηκαν τελικά στό ἐπίπεδο τῶν ἄλογων ζώων.

Οἱ προσωπικές μας ἁμαρτίες δέν διευθετοῦν τίποτα· ἀντίθετα μᾶς τυφλώ- νουν περισσότερο. Ἡ μόνη λύση εἶναι ἡ μετάνοια μέσα στήν ὑπακοή καί στήν ταπείνωση, οἱ ὁποίες βρίσκονται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία· διότι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία παρόμοιες ἀρετές δέν ἀξίζουν τίποτα, παρά μόνο χλευασμό καί σαρκασμό.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011