Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Μήνυμα στήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ


Σήμερα συναντοῦμε ἕναν καταλυτικό σταθμό στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας, τό σχέδιο τῆς ὁποίας ἄρχισε μέ τόν Εὐαγγελισμό, ὅπως ἀναφέρεται στό Τροπάριο τῆς ἑορτῆς: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ ̓ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις...». Κατά τόν Εὐαγγελισμό, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πῆρε σάρκα ἀπό τήν Παρθένο, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί σήμερα γεννιέται προκειμένου νά ξεκινήσει − μποροῦμε νά ποῦμε − τόν δρόμο πρός τήν Σταύρωση.

Γεννιέται, ὄχι στόν τόπο του, τήν Ναζαρέτ, ἀλλά στήν Βηθλεέμ καί μάλιστα σέ ἕνα σπήλαιο πού προοριζόταν γιά ζώα. Εἶναι ἡ ὑπέρμετρη Ταπείνωσή Του, πού ἐκδηλώνεται μέ αὐτόν τόν τρόπο, γιά νά συντρίψει τήν ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους. «Ἀναμφίβολα, ἐάν Ἐκεῖνος ἤθελε, μποροῦσε νά ἔρθει σείοντας τούς οὐρανούς, κάνοντας τήν γῆ νά τρέμει, ἐκτοξεύοντας κεραυνούς. Ἀπέρριψε ὅλην αὐτή τήν ἐπίδειξη, διότι ἐρχόταν, ὄχι γιά νά ἀπωλέσει, ἀλλά γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, καί μέσῳ τῆς γεννήσεώς Του νά καταπατήσει τήν ὑπερηφάνειά του. ∆έν Τοῦ ἀρκοῦσε, λοιπόν, νά γίνει ἄνθρωπος, ἀλλά ἔγινε ἄνθρωπος φτωχός καί διαλέγει μιά φτωχή Μητέρα, ἡ Ὁποία δέν εἶχε οὔτε κρεββατάκι γιά νά τοποθετήσει τό νεογέννητο Παιδί Της. "Καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ" (Λουκ. β ́ 7)» (Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Λόγος στήν Γέννηση).

Μόλις γεννήθηκε, ἀναγκάστηκε νά φύγει στήν Αἴγυπτο, ὑπό τήν ἀπειλή τοῦ Ἡρώδου, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν παρά ἕνα ὄργανο τοῦ διαβόλου. Ὁ πονηρός προαισθανόταν ἐν μέρει τήν ἀποστολή τοῦ Μεσσία, χωρίς παρ ̓ ὅλα αὐτά νά γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός ὁ Ἴδιος ἦταν Ἐκεῖνος πού ἦρθε στή γῆ γιά νά σώσει τό ἀνθρώπινο γένος.

Μέσα στό καταχείμωνο καί κατά τήν διάρκεια τῆς νυχτός ἔλαβεν χώρα ἡ Γέννησις τοῦ Ἐμμανουήλ (=ὁ Θεός μαζί μας). «Καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάν. α ́ 5). Ἐκτός ἀπό κάποιους φτωχούς βοσκούς πού ἔγιναν μάρτυρες τοῦ μυστηρίου − μυστήριο πού παρόλο πού ἐπαναλαμβάνεται κάθε στιγμή, ὁ κόσμος συνεχίζει νά βυθίζεται ὅλο καί περισσότερο στό σκοτάδι. Μόνο οἱ φτωχοί στό πνεύμα καταλαβαίνουν αὐτό πού εἶναι κρυμμένο στά μάτια τοῦ κόσμου. «Αὐτή ἡ Ζωή ἦταν, λοιπόν, τό Φῶς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά οἱ καρδιές τῶν ἀφρόνων δέν μποροῦν νά καταλάβουν αὐτό τό Φῶς, βεβαρυμένοι ὅπως εἶναι ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, οἱ ὁποίες τούς κρύβουν τή θέα αὐτοῦ τοῦ θείου Φωτός» (Ἅγιος Αὐγουστῖνος, Συνθήκη 1 στόν Ἅγιο Ἰωάννη).

Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ δέν ἔγινε μέ φυσικό τρόπο, ἀλλά μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ̇ ὁμοίως, ἡ Γέννηση ἐκπληρώθηκε θαυματουργικά, καθώς ἡ Παρθένος γέννησε χωρίς τούς πόνους τοῦ τοκετοῦ, πού εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. «Ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου», ψέλνει ὁ ∆αυΐδ στον 50ο Ψαλμό. Ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ στήν Εὔα «ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα» (Γεν. γ ́ 16) δέν ἄγγιξε τήν Παναγία. «Ἡ Ἁγία Παρθένος Τόν κυοφόρησε χωρίς πόνο, ἡ σύλληψή Του ἔγινε χωρίς ψεγάδι, ὁ τοκετός χωρίς δυσκολία, ἡ Γέννησή Του χωρίς κηλίδα, χωρίς λύπη καί χωρίς πόνο» (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ὅταν ἡ Σαλώμη καί ἡ ἄλλη μαία ἦρθαν στήν Φάτνη, δέν τούς ἔμενε παρά νά πλύνουν τό Παιδί, τό Ὁποῖο εἶχε ἤδη γεννηθεῖ μακρυά ἀπό τά ἀνθρώπινα βλέμματα. «Κανείς δέν προϋπάντησε τό Παιδί στή Γέννησή Του, καμμία γυναῖκα δέν ἔδωσε στήν Παρθένο Μαρία τίς συνήθεις φροντίδες, Ἐκείνη μόνη περιτύλιξε τόν Υἱό Της μέ σπάργανα. Ἦταν ταυτόχρονα ἡ Μητέρα καί Ἐκείνη πού ὑποδέχθηκε τό Παιδί ̇ “καί ἐσπαργάνωσεν Αὐτόν” (Λουκ. β ́ 7)» (Ἅγιος Ἰερώνυμος).

Μένει ἀκόμα νά μιλήσουμε γιά τούς Ἀγγέλους, τούς μάγους, τόν Ἰωσήφ ̇ ἄν ὁ Θεός μᾶς χαρίσει ζωή, αὐτό θά γίνει τήν ἑπόμενη φορά. Εἶθε ὁ Θεός νά γεννηθεῖ στίς καρδιές μας καί νά φέρουμε πάντα τήν εἰρήνη καί τήν χαρά!

∆ικός σας. Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός