Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Ὁμιλία στήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων


Σήμερα ὁλοκληρώνεται τό ἔργο τῆς σωτηρίας, κατά τόν λειτουργικό τρόπο. Μετά τήν Σταύρωση, τήν Ἀνάσταση καί τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁδηγούμαστε ἐν τέλει στήν ἁγιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ξανά τήν παραδείσια κατάσταση πού ἔχασε μετά τήν πτώση του ἤ ἀλλιῶς δέχεται ξανά τήν κατάσταση ποῦ προοριζόταν γιά τούς προπάτορές μας − τόν οὐράνιο Παράδεισο.

«Ὦ, ∆έσποτα τῶν ἁπάντων ἀκατάληπτε, ποιητά οὐρανοῦ καί γῆς, διά Σταυροῦ παθών, ἐμοί ἀπάθειαν ἐπήγασας· ταφήν δέ καταδεξάμενος, καί ἀναστάς ἐν δόξῃ, συνανέστησας τόν Ἀδάμ, χειρί παντοδυνάμῳ. ∆όξα τῇ σῇ τριημέρῳ ἐγέρσει, δι ̓ ἧς δεδώρησαι ἡμῖν, τήν αἰώνιον ζωήν, καί ἱλασμόν ἁμαρτιῶν, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος» (ἀπόστιχο τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων).

Ὁ κινητός λειτουργικός κύκλος τοῦ Τριωδίου καί τοῦ Πεντηκοσταρίου, ποῦ κινεῖται γύρω ἀπό τό Πάσχα, κλείνει λοιπόν. Λέω κινητός, διότι κάθε χρόνο οἱ ἡμερομηνίες μετακινοῦνται, ἀνάλογα μέ τήν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐαρινή ἰσημερία.

Ἄς δοῦμε τώρα ποιοί εἶναι ὅλοι αὐτοί οἱ ἅγιοι πού ἑορτάζουμε σήμερα. Εἶναι ὅλοι ἐκείνοι πού ἔφθασαν στήν ἁγιότητα σ ̓ αὐτή τή γῆ. «Οὗτοι εἰσίν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καί ἔπλυναν τάς στολάς αὐτῶν καί ἐλεύκαναν αὐτάς ἐν τῷ αἵματι τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. ζ ́ 14). Ἡ Ἀποκάλυψη μιλάει γιά τήν θλίψη, διότι χωρίς νά περάσουμε ἀπό τήν θλίψη, καμμία ἁγιότητα δέν εἶναι δυνατή. Ἡ ἁγιότητα προκύπτει χάρη στό αἵμα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ καί ὄχι χάρη στίς δικές μας προσπάθειες. Ὁ ἄνθρωπος ἰδρῶνει, ἀλλά ὁ Θεός κάνει τή δουλειά, ὅπως λένε οἱ Πατέρες. Αὐτή ἡ συνεργεία εἶναι ἀπαραίτητη· μόνοι μας δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτα καί χωρίς τήν δική μας συγκατάθεση, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά μᾶς σώσει.

Ποιοί εἶναι ὅλοι αὐτοί οἱ Ἅγιοι τῶν ὁποίων τήν μνήμη ἑορτάζουμε τούτη τήν Κυριακή; ∆έν εἶναι ὅλοι ὅμοιοι, ἀλλά ὁ καθένας ἔφθασε σέ διαφο- ρετικά ὕψη ἁγιότητος, μέ διαφορετικό τρόπο. Ὑπάρχουν μάρτυρες, ἀπόστολοι, ἱεράρχες, παρθένοι, προφῆτες, μοναχοί κλπ. Ὑπάρχουν, ἐπίσης καί διαφορετικές βαθμίδες ἁγιότητος, ἀνάλογα μέ τήν προσπά- θεια πού ἔκανε ὁ καθένας. Ἡ κορυφαία βαθμίδα ἀνήκει στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν Παρθένο Μαρία, ἡ Ὁποία ἔφθασε στό ὑψηλότερο σημεῖο ἁγιότητος ποῦ μπορεί νά φθάσει ὁ ἄνθρωπος· ὄχι ἐπειδή ἔτεκε τόνΧριστό, ἀλλά κυρίως χάρη στήν ἁγιότητά Της καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἀξεπέραστες ἀρετές Της.

«Ὡραιωθέντες καλλοναῖς, τῆς πρώτης καλλοποιΐας, καί φανέντες ἁπλανεῖς ὡς φωστῆρες, οὐρανώσατε Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησίαν Ἅγιοι, ἄλλοθεν ἄλλος ταύτην, ποικίλως κατακοσμήσαντες» (Ὄρθρος, ᾨδή γ ́).

Αὐτοί οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ «ἐκατόν τεσσαράκοντα τέσσαρες χιλιάδες» γιά τούς ὁποίους μιλάει ἡ Ἀποκάλυψη στό κεφάλαιο ιδ ́. Αὐτός ὁ ἀριθμός εἶναι βέβαια συμβολικός: 12 φορές τό 12, τοῦ ὁποίου τό ἀκριβές γινό- μενο μόνο ὁ Θεός γνωρίζει. Στήν Ἀποκάλυψη, ἐπίσης, τίθεται τό ζήτημα ἑνός μεγάλου πλήθους, πού κανείς δέν μπορεῖ νά ὑπολογίσει. Εἶναι ἐκείνοι πού σώθηκαν χάρη στό θεῖο ἔλεος. Ἄς ἐλπίσουμε πῶς τουλά- χιστον θά τύχουμε τῆς μερίδος ἐκείνων, ἐάν ἐξαιτίας τῆς δειλίας μας δέν καταφέρουμε νά συνυπολογιστοῦμε μεταξύ τῶν Ἁγίων.

Αὐτοί οἱ Ἅγιοι, οἱ πρόγονοί μας, εἶναι ἐκείνοι πού μᾶς χάραξαν τόν δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσουμε, πού μᾶς καθοδηγοῦν, μᾶς δίνουν τό παράδειγμα πού πρέπει νά μιμηθοῦμε καί μᾶς περιβάλλουν μέ τήν προστασία τους καί τίς προσευχές τους.

Αὐτή τή στιγμή, κατά τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας, ἐδώ σ ̓ αὐτόν τόν Ναό, οἱ Ἅγιοι δέν εἶναι μόνο πνευματικά παρόντες ἀνάμεσά μας, ἀλλά ἐπίσης μέ ἕναν ὑλικό τρόπο στίς ἅγιες εἰκόνες καί στά ἅγια λείψανά τους. Αὐτό βέβαια, προϋποθέτει τήν πίστη, διότι ἕνας ἄθεος βλέπει σ ̓ αὐτά μόνο μία ζωγραφική, κάποια ὀστά καί τίποτα ἄλλο.

∆υστυχῶς, ἡ πίστη μας ταλαντεύεται ἀνάμεσα στά δύο ἄκρα καί μᾶς εἶναι δύσκολο νά διατηρήσουμε αὐτή τήν ἀδύναμη φλόγα. Εἶθε ὅλοι οἱ Ἅγιοι, τούς ὁποίους δοξολογοῦμε τούτη τήν ἡμέρα, νά μᾶς ἐλεήσουν καί νά μᾶς ἀξιώσουν μιά μέρα νά βρεθοῦμε κοντά τους σέ ὅλη τήν αἰωνιότητα.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Τά κρεμμύδια τῆς Αἰγύπτου

Οταν ὁ Χριστός, ὁ νέος Μωϋσῆς, μᾶς ἔκανε νά ἐγκαταλείψουμε τήν Αἴγυπτο − σύμβολο τοῦ κόσμου, τῆς σάρκας καί τοῦ διαβόλου − γιά νά διασχίσουμε τήν πνευματική ἔρημο, προκειμένου νά εἰσέλθουμε στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, δέν γνωρίζαμε αὐτό πού μᾶς περίμενε καί πιστέυαμε πῶς ἐπρόκειτο ἁπλά νά

ἀκολουθήσουμε, χωρίς νά λακτίσουμε, τον ὁδηγό μας.

Τό νά ἐγκαταλείψουμε μέ τά πόδια μας τήν ἁμαρτία καί τίς αἰτίες πού τήν προκαλοῦν, εἶναι σχετικά εὔκολο· τό νά τήν ἐγκαταλείψουμε μέ τήν καρδιά μας εἶναι πολύ πιό δύσκολο. Πόσες φορές ἀκόμα κι ἐμεῖς, ὅπως οἱ Ἐβραίοι, δέν ραθυ- μοῦμε καί δέν ἀναπολοῦμε αὐτά πού εἴχαμε ὑπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί ὅπως ἐκείνοι φωνάζουμε: «ἐμνήσθημεν τούς ἰχθύας, οὕς ἠσθίομεν ἐν Αἰγύπτῳ δωρεάν, καί τούς σικύους καί τούς πέπονας καί τά πράσα καί τά κρόμμυα καί τά σκόρδα» (Ἀριθμοί, ια ́ 5). Καί τό θαυματουργό μάννα − σύμβολο τῆς χάριτος − γίνεται γιά μᾶς κάτι συνηθισμένο καί ἀνιαρό (ξεπερασμένο): «Νυνί δέ ἡ ψυχή ἡμῶν κατάξηρος, οὐδέν πλήν εἰς τό μάννα οἱ ὁφθαλμοί ἡμῶν» (Ἀριθμοί, ια ́ 6). Θά προτιμούσαμε νά βρεθοῦμε ξανά ὑπό τῇ δουλείᾳ τοῦ πνευματικοῦ Φαραώ (τοῦ διαβόλου), προκειμένου ἡ ψυχή μας νά λάβει ξανά τίς παλιές της συνήθειες. Σαράντα χρόνια ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά περιπλανηθοῦν οἱ Ἐβραίοι μέσα στήν ἔρημο, προτοῦ εἰσέλθουν στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἡ διαδρομή αὐτή δέν εἶναι παρά λίγες ἑβδομάδες ἀπόσταση μέ τά πόδια. ∆έν ἔφταιγε ὁ Θεός γι ̓ αὐτό, ἀλλά ὁ ἄκαμπτος νοῦς καί ἡ σκληρή καρδιά τῶν Ἰσραηλιτῶν.

Κάποιες φορές σκέφτομαι αὐτό πού εἶχε πεῖ κάποτε ἕνας ἀρχαῖος: Ἐάν ὁ ἄνθρω- πος θέλει, ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ (μέσα σέ μιά μέρα), μπορεῖ νά φθάσει στά μέτρα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή νά ἁγιαστεῖ ὁλοκληρωτικά. Ἀλλά, ἀλλοίμονο, χρειαζό- μαστε ὅλη μας τή ζωή γιά νά προαχθοῦμε πρός τήν τελειότητα και τίποτα δέν εἶναι λιγότερο σίγουρο ὅτι θά τήν φθάσουμε.

Πόσοι Ἑβραίοι πέθαναν στήν ἔρημο, χωρί νά προλάβουν νά μποῦν στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας; Ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ἐδῶ γιά νά μᾶς πεῖ. Ἀρκεῖ νά τήν διαβάσουμε γιά νά δοῦμε ὅτι ἡ ἐμπειρία τῶν Ἑβραίων ἀντικατοπτρίζει τή δική μας. Ἀποτελεῖ γιά μᾶς παρακαταθήκη, προκειμένου νά μάθουμε ἀπό αὐτή καί νά ἀποφεύγουμε τίς παγίδες πού μᾶς περιμένουν στόν δρόμο μας.

Κρεμμύδια, πεπόνια, σκόρδα κλπ. ἀπεικονίζουν ὅλα αὐτά στά ὁποία ἡ καρδιά μας εἶναι ἀκόμα προσκολλημένη στήν σκέψη, στό συναίσθημα καί στήν πράξη. Τό μάννα − εἰκόνα τῶν πραγματικῶν καταστάσεων: προσευχή, ἀνάγνωση, ἀπομόνω- ση, μυστηριακή ζωή κλπ. − εἶναι βέβαια καλό ὅταν τό τρῶμε, ἀλλά συχνά ἡ διάθεσή μας γι ̓ αὐτό χάνεται.

Παρ ̓ ὅλα αὐτά, μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει πού ὁδηγεῖ στή Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας· ὁ ἄλλος, ἀντιθέτως, ὁδηγεῖ πίσω στήν σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2011

« Ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς σου... »


Ο Κύριος στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου (στ ́, 22-23) ἀναφέρει: «Ὁ λύχνος τοῦ σώματος ἐστιν ὁ ὁφθαλμός· ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐάν δέ ὁ ὁφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου σκοτεινόν ἔσται. Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, τό σκότος πόσον;».

Μιλῶντας ἔτσι ὁ Κύριος δέν παίρνει τό σῶμα καί τό μάτι κυριολεκτικά, ἀλλά στοχεύει περισσότερο στήν πνευματική ὄραση, δηλαδή αὐτή πού πηγάζει ἀπό τήν καρδιά μας. «Ἐκ γάρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοί πονηροί» (Ματθ. ιε ́, 19). Ἐάν, λοιπόν, ἡ καρδιά μας εἶναι καθαρή, ὅλα θά εἶναι καθαρά γιά μᾶς· ὅπως γράφει ὁ ἀπόστολος “πάντα μέν καθαρά τοῖς καθαροῖς” (Τίτ. α ́, 15). Ὅσο ὅμως, εἴμαστε ὑποδουλωμένοι στά πάθη μας ‒ ὑπερηφάνεια, ζηλοφθονία, ἀξίωση τῆς δικαιοσύνης καί ὅλα τά ὑπόλοιπα ‒ τόσο ἡ ἀντίληψή μας εἶναι διεστραμμένη καί λανθασμένη.

Ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται καί σέ κάποιο ἄλλο σημεῖο στόν ὁφθαλμό λέγον- τας: «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τήν δοκόν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καί τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τό κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματθ. ζ ́, 5). ∆έν ἀρνεῖται ὅτι ὑπάρχει ἕνα καρφί στόν ὀφθαλμό τοῦ ἀδελφοῦ μας, τό ὁποῖο εἶναι ἤδη σοβαρό, ἀλλά μᾶς ἀποκαλεῖ ὑποκριτές μέ τό νά μήν βλέ- πουμε τό καρφί πού βρίσκεται μέσα στό δικό μας μάτι καί τό ὁποῖο μ ̓ αὐτό τόν τρόπο γίνεται δοκάρι.

Στούς Μακαρισμούς ἀναφέρεται: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε ́, 8). Προφανῶς, δέν εἶναι σωματική, ἀλλά πνευματική αὐτή ἡ θέα τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη τή στιγμή δέν θά δοῦμε μόνο τόν Θεό, ἀλλά ἡ θέα μας θά εἶναι ἐπίσης σωστή καί δίκαιη. Πρός στιγμήν δυσκο- λευόμαστε νά πιστέψουμε ἀκόμη στόν Θεό καί ἰδίως νά πιστέψουμε ὅτι μποροῦμε νά Τόν ψηλαφίσουμε πνευματικά, ἐξαιτίας τῆς "μολυσμένης" μας καρδιᾶς.

«Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες τόν Θεό»· δηλαδή ὁ διπλανός σου ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως ἡ ἀπιστία μας δέν μᾶς ἐπιτρέπει παρά νά βλέ- πουμε μόνο τίς ἐξωτερικές ἀτέλειες καί τά ἐλαττώματα τοῦ ἀδελφοῦ μας. Ἐνῶ ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος πάσχει καί ἀνασταίνεται μέσα στόν ἀδελφό μας, εἶναι γιά μᾶς μόνο μία ἀφηρημένη ἔννοια. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέγει στήν πρώτη του Καθολική Ἐπιστολή: “Ὁ γάρ μή ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν ὅν ἑώρακε, τόν Θεόν ὅν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν;” (Α ́ Ἰωάν. δ ́, 20).

Πώς μποροῦμε νά διορθώσουμε τήν πνευματική μας ζωή προκειμένου νά ἐξαγνιστεῖ ἡ καρδιά μας; Ὑπακούωντας στήν Ἐκκλησία καί ταπεινώνονταςτόν ἑαυτό μας ἀσταμάτητα. Ἐάν συνειδητοποιῶ τήν κατάπτωσή μου, δέν μπορῶ νά κρίνω· διότι γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἡ κρίση μου θά εἶναι ἐσφαλμένη. Ἐάν παίρνω σάν κριτήριο τόν συλλογισμό καί τήν λογική μου καί τοποθετοῦμαι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τούς πνευματικούς πατέ- ρας, μπορῶ στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων νά θεωρηθῶ προτεστάντης· μέ τίποτα ὅμως ὀρθόδοξος.

Στήν ὑπακοή δέν ὑπάρχει λογική· ἤ καλύτερα ὑπάρχει ἡ λογική τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα μᾶς ξεπερνᾶ κατά πολύ. Ἄν μόνο ἡ "μωρία" τοῦ Θεοῦ ξεπερνοῦσε τή δική μας σοφία. . . ! «Ὅτι τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (Α ́ Κορ. α ́, 25). Θά εἴμαστε εὐτυχισμένοι, λοιπόν, ὅταν φθάσουμε σ ̓ αὐτή τή μωρία τοῦ Θεοῦ καί ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν κοσμική σοφία. Αὐτή ἡ μωρία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μωρία τοῦ Σταυροῦ, γιά τήν ὁποῖα μιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἔλλησι δέ μωρίαν” (Α ́ Κορ. α ́,23)

Γιά νά ἐπανέλθω στό θέμα τοῦ ὀφθαλμοῦ καί νά τελειώσω ‒ ἄν καί τό πραγ- ματεύθηκα πολύ λίγο, παρόλο πού εἶναι ἕνα θέμα κεντρικό τῆς ὑπάρξεώς μας, πού καθορίζει ὅλη μας τή ζωή.

Ποιά εἶναι αὐτή ἡ ἀσθένεια τοῦ πνευματικοῦ μας ὁφθαλμοῦ, ποῦ μᾶς κάνει μονόφθαλμους ἤ καί τυφλούς ἀκόμα; ∆έν εἶναι παρά μιά ἀπουσία, μιά ἔλλειψη, ὅπως στήν περίπτωση τοῦ σωματικοῦ ὀφθαλμοῦ, ὅταν αὐτό εἶναι ἄρρωστο. Αὐτή ἡ πνευματική τύφλωση μᾶς ἔχει κληρονομηθεῖ ἤδη ἀπό τήν γέννησή μας καί προέρχεται ἀπό τήν πτώση σόν Παράδεισο, ὅταν οἱ προ- πάτορές μας ἐπιζήτησαν τήν ἰσότητα μέ τόν Θεό καί βρέθηκαν τελικά στό ἐπίπεδο τῶν ἄλογων ζώων.

Οἱ προσωπικές μας ἁμαρτίες δέν διευθετοῦν τίποτα· ἀντίθετα μᾶς τυφλώ- νουν περισσότερο. Ἡ μόνη λύση εἶναι ἡ μετάνοια μέσα στήν ὑπακοή καί στήν ταπείνωση, οἱ ὁποίες βρίσκονται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία· διότι ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία παρόμοιες ἀρετές δέν ἀξίζουν τίποτα, παρά μόνο χλευασμό καί σαρκασμό.

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

« Ἡ Ἁγία Τριάδα − Ἡ Πρώτη Ἐκκλησία; »

« Ἁγία Τριάδα Πρώτη Ἐκκλησία; »


σ' αὐτές τίς λίγες γραμμές πού ἀκολουθοῦν, θά ἤθελα μόνο νά ἀποσαφηνίσω κάποιους πατερικούς λόγους πού παρατίθενται ἀπό ἐκείνους πού ἰσχυρίζονται πῶς ἡ Ἁγία Τριάδα εἰκονίζει τήν πρώτη Ἐκκλησία. ∆έν πρόκειται νά πραγματευτῶ ἐξαντλητικά τό θέμα, οὔτε νά ἐπιφέρω σύγχυση ἀπό τήν πλευρά μου.

«Μία εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἡ Ἁγία Ἐκκλησία...», λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. (PG Τόμος 91).

«...Ἐάν ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νά κληθεῖ "εἰκόνα" τῆς Ἁγίας Τριάδος, αὐτό σημαίνει λοιπόν, ὅτι ἡ Ἁγία Τριάδα μπορεῖ νά κληθεῖ τό "πρωτότυπο" τῆς Ἐκκλησίας. ∆ιότι ἡ ἔννοια τῆς "εἰκόνας" βασίζεται σ ̓ ἕνα "πρωτότυπο". Κατά συνέπεια, δέν εἶναι ἀντι-πατερικό νά καλοῦμε τήν Ἁγία Τριάδα "πρωτότυπο" ἤ συμβολικά "Πρώτη Ἐκκλησία"», ὁλοκληρώνουν οἱ ὑποστηρικτές τῆς ἀναφερό- μενης θεολογικῆς (θεολογούμενης) ἄποψης.

Ἐάν συλλογιζόμαστε ἔτσι - γιά νά μήν πῶ παραλογιζόμαστε - ὁ Θεός εἶναι, ἐπί- σης, τό πρωτότυπο τοῦ ἀνθρώπου, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ ̓ εἰκόνα καί καθ ̓ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, θά μπορούσαμε νά συμπεράνουμε, σύμφωνα μέ τήν παραπάνω ἄποψη, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος (πρίν τήν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ). Ἔχω δεῖ αὐτούς τούς συλλογισμούς στούς Ἰησουΐτες, οἱ ὁποίοι ἀναφέρουν πάντα αὐτό πού ἀντιλέγει λιγότερο στίς θέσεις τους, βιάζοντας λίγο ἤ πολύ τήν ἔννοια στήν ἀνάγκη. Ἄς συνεχίσουμε.

«...Ἔτσι, λοιπόν, ἀπό μιά μεριά, ἡ ἐνότης τῆς Ἁγίς Τριάδος πρός Αὐτή τήν Ἴδια, εἶναι θεμιτό νά ποῦμε πῶς διαμόρφωνε μία Ἐκκλησία (δηλαδή μία συνάθροιση)», λέγει ὁ Μέγας Φώτιος (Ὁμιλία 9,9).

Ὅσοι ἀσπάζονται αὐτό τό φρόνημα, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι ἡ Πρώτη Ἐκκλησία, δέν σχολιάζουν τίποτα, σκεφτόμενοι πῶς ὁ Μέγας Φώτιος συμφωνεῖ μέ τούς δικούς τους ἁπλοϊκούς σχολιασμούς. ∆υστυχώς, ὅμως, τά πράγματα δέν εἶναι τόσο ἁπλά. Κατ ̓ ἀρχάς ὁ Ἅγιος Φώτιος λέγει “ΜΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ” καί ὄχι “ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ”. Ἔπειτα, ἄλλο εἶναι "ἡ συνά- θροιση" καί ἄλλο Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, πού εἶναι ἡ κατάλληλη ὀνομασία.

«Σύμφωνα μέ τήν μαρτυρία τῶν Πατέρων, ἡ Ἐκκλησία πάντα προϋπῆρχε στόν προαιώνιο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, προϋπῆρχε χωρίς νά ἔχει ἀρχή. Ἡ Ἐκκλη- σία ἀποκαλύφθηκε στή συνέχεια διαμέσου τῆς ∆ημιουργίας...» (Μητροπολίτης Κιτίου Ἐπιφάνιος, Μερικά γεγονότα ποῦ ἀφοροῦν τό Ἡμερολόγιο. 2η ἔκδοση, Λάρνακα, Κύπρος, 1998, σελ.1)

Ὅλα, ἀπολύτως ὅλα (ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία), προϋπῆρχαν στόν Θεό προαιω- νίως, τό ἴδιο καί ἡ Ἐκκλησία - τήν ὁποίαν ὁ Χριστός ἴδρυσε κατά τόν ἐρχομό Του στή γή - τά φυτά, τά ζώα κτλ. Παρ ̓ ὅλα αὐτά, ἄλλο πράγμα εἶναι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί ἄλλο ἡ ∆ημιουργία μέσα στόν χρόνο. ∆έν πρέπει νά συγχέουμε τόἁπλό σχέδιο μέ τήν πραγματοποίησή του μέσα στόν χρόνο. Ἐπιπλέον, ἐάν ἡ Ἐκκλησία προϋπῆρχε στόν Λόγο, αὐτό δέν ἐπιτρέπει νά συμπεράνουμε πῶς ὁ Λόγος, ἤ ἡ Ἁγία Τριάδα εἶναι ἡ Ἐκκλησία. ∆έν πρέπει νά συγχέουμε τήν αἰτία μέ τό ἀποτέλεσμα.

Ἀκόμα καί ἄν, στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων, αὐτή ἡ ἄποψη ἦταν σωστή καί βάσιμη, δέν εἶναι σωστό νά ἐπιμένουμε σ ̓ αὐτή, ὅταν βλέπουμε ὅτι φέρνει μόνο ταραχή καί σκάνδαλο καί, τελικά, σχίσμα. ∆έν οἰκοδομοῦμε μέ αὐτόν τόν τρόπο τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔδωσε τή ζωή Του γι ̓ αὐτήν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πολύ σωστά λέγει: «Καί ἐάν ἔχω προφητείαν καί εἰδῶ τά μυστήρια πάντα καί πᾶσαν τήν γνῶσιν, καί ἐάν ἔχω πᾶσαν τήν πίστην, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν εἰμι» (Α ́ Κορ. 13,2). Ἀλλού ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος λέγει: «διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τόν ἀδελφόν μου, οὐ μή φάγω κρέα εἰς τόν αἰῶνα ἵνα μή τόν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α ́ Κορ. 8,13). Λίγο πιό πρίν λέγει: «Βλέπετε δέ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν» (Α ́ Κορ. 8,11).

Ἐν ὁλίγοις, ποτέ δέν προκλήθηκε σχίσμα μέ τήν ταπείνωση, τήν ὑπομονή ἤ τήν ἀγάπη, μά πάντα μέ τήν ἐναντίωση, ὅπως τήν βλέπουμε γι ̓ ἀκόμα μία φορά στούς ἐφευρέτες τοῦ νέου “δόγματος”.


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

«Ἡ Θεία Λειτουργία ὡς Εὐχαριστιακή Σύναξη»

Θεία Λειτουργία εἶναι προσευχή πού γίνεται συλλογικά (ἀπό τήν κοινότητα), ὅπως δείχνει καί ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης (λειτουργία=ἔργο τοῦ λαοῦ). Ἐάν ἡ προσωπική προσευχή εἶναι αὐθόρμητη, ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι δομημένη, φιλοτεχνημένη μέ μιά κατεργασία πού διήρκεσε στούς αἰῶνες. Βασι- σμένη στήν προσευχή τῆς Παλαιᾶς ∆ιαθήκης, κυρίως στούς Ψαλμούς, μπόρεσε νά ἀναπτυχθεῖ καί νά ἐνωθεῖ διαμέσου τῶν αἰώνων. Μέ τήν Θεία Λειτουργία οἱ πιστοί ἀγιάζονται καί μέσα σ ̓ αὐτή βρίσκουν δύναμη, εἰρήνη καί χαρά καθ ̓ ὅλη

τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους.

Μακρυά ἀπό κάθε συναισθηματισμό, ἀλλά γεμάτη ἀπό ὑγιή συγκίνηση, ἡ Θεία Λειτουργία φιλτράρει ὅλα τά πάθη μας, προκειμένου ἡ προσευχή πού ἀναβλύζει ἀπό τίς καρδιές μας νά ἀνέβει μέ κάθε ἁγνότητα στόν Θρόνο τοῦ Ὑψίστου.

Εἶναι πνευματική, ἀλλά ταυτόχρονα γήϊνη, καθώς δέν ἀγνοεῖ τίποτα πού ἀφορᾶ τήν ἐπίγεια ζωή μας. Οἱ Ἀκολουθίες τῶν Ὡρῶν περιλαμβάνουν ὅλη τήν ἡμέ- ρα, ἀλλά καί τήν νύχτα. Οἱ Εὐχές τοῦ Ἱερέως φθάνουν στίς ἐργασίες τῆς κάθε στιγμής, στόν ὁποιονδήποτε καί σέ ὁ,τιδήποτε, καθώς ὑπάρχουν προσευχές γιά τά ζώα, τά φυτά, τούς σεισμούς, τούς δαιμονισμένους, τούς φυλακισμένους καί γιά χιλιάδες ἄλλες καταστάσεις. Τίποτα καί κανένας δέν μένει ἔξω ἀπό τήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μιά προσευχή «ἐνσαρκωμένη», γεμάτη ἀπό Πνεῦμα Ἅγιο.

Αὐτό φαίνεται, ἐπίσης, καθ ̓ ὅλη τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅλοι συμμετέχουν, ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη (ἡ ψυχή, τό πνεύμα καί τό σώμα), οἱ εἰκόνες καί οἱ ἀγιογραφίες, τά ἅγια λείψανα, τά ἄμφια, τό θυμίαμα, οἱ λαμπάδες, τά καντήλια, τά σήμαντρα καί οἱ καμπάνες, τό ψωμί καί τό κρασί, χωρίς νά ξεχάσουμε καί τά λουλούδια. Ὅλη ἡ ∆ημιουργία συμμετέχει, ὅπως γιά τήν ζωγραφική ἑνός πίνακα.

Ἐπιπλέον, στήν Θεία Λειτουργία συμμετέχουν ὅλες οἱ αἰσθήσεις μας: τό αὐτί πού ἀκούει τούς ὕμνους καί τούς ἤχους τῆς καμπάνας, τά μάτια πού μελετοῦν τήν ἱερά τελετή καί τήν εἰκονογραφία, ἡ μύτη πού αἰσθάνεται τήν μυρωδιά τοῦ λιβανιοῦ («Σοῦ προσφέρομεν τό θυμίαμα εἰς ὀσμήν εὐωδίας πνευματικῆς», λέγει ὁ Ἱερέας εὐλογώντας τό θυμίαμα), καί τό στόμα πού ψέλνει καί γεύεται τό πνευματικό συμπόσιο, τό ὁποῖο παίρνει μορφή κατά τήν Θεία Εὐχαριστία, τόν ἁγιασμό, τόν ἄρτο καί τά κόλλυβα.

Ὁ Λειτουργικός Κύκλος, στόν ὁποῖον βασίζεται ἡ Θεία Λειτουργία, συνίσταται καθημερινά ἀπό τίς Ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου (Ἐσπερινός, Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, Α ́, Γ ́, ΣΤ ́ καί Θ ́ Ὥρες), πού κινοῦνται γύρω ἀπό τήν Θεία Εὐχαριστία. Τά πάντα βρίσκονται σέ κύκλους : ἐβδομαδιαίος, μηνιαίος, πασχαλινός κύκλος κ.ἄ.).Ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἐγγράφεται, ἐπίσης, στόν λειτουργικό κύκλο τῶν μυστηρίων, ἀρχίζοντας ἀπό τό Βάπτισμα καί τελειώνοντας μέ τόν Ἐνταφιασμό. Ἡ Ἐκκλησία συνοδεύει τόν ἄνθρωπο καθ ̓ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς του μέ τά μυστήρια καί τίς προσευχές.

Τό περιεχόμενο ὅλων τῶν προσευχῶν κατά τήν Θεία Λειτουγία ἔχει σάν ἄξονα τήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας, πού εἶναι μέ ἄλλα λόγια ἡ ∆ημιουργία, ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ∆ευτέρα Παρουσία Του.

Τά λειτουργικά κείμενα διαμορφώθηκαν ἀρχικά μέ τίς προσευχές τοῦ παλαιοῦ Ἰσραήλ καί συμπληρώθηκαν ἀπό τούς ὑμνογράφους καί σαφώς ἀπό τό Εὐαγ- γέλιο. Ὅλα αὐτά τά λειτουργικά κείμενα μᾶς διδάσκουν, καθώς εἶναι θεολογι- κά, δογματικά καί πνευματικά. Ὁ σκοπός τους εἶναι νά μᾶς ἀνεβάσουν ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, ἀλλά αὐτό δέν γίνεται χωρίς ἀγώνα. Τό περιεχόμενο τῶν κειμέ- νων αὐτῶν δέν μπορεῖ νά ὑποβιβαστεῖ στό ἐπίπεδό μας· ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ὀφείλουμε νά ἀνορθωθοῦμε ψηλά. Αὐτό ἀπαιτεῖ ξεπέρασμα ὅλων τῶν ἐμποδίων καί ἰσχυρή θέληση, ὅπως καί ὅλη ἡ χριστιανική μας ζωή. Ἄν ξεπεράσουμε τίς παλιές μας συνήθειες καί ἀφήσουμε πίσω τόν «παλαιό ἄνθρωπο», γιά τόν ὁποῖον μιλάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, θά γευθοῦμε ἤδη ἀπ ̓ αὐτή τή ζωή τήν χαρά τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Ἡ Ὀρθοδοξία δέν εἶναι ἁπλά μιά διδασκαλία, εἶναι βίωμα-ζωή, καί γιά νά τήν γευθοῦμε δέν ὑπάρχει τίποτα καλύτερο ἀπό τό νά συμμετέχουμε στήν Θεία Λειτουργία. Μόνο ἐκεῖ αἰσθανόμαστε τήν ἀφθονία καί τήν ὀμορφιά τῆς πίστεώς μας καί ψηλαφοῦμε μιά ζωή πού περιλαμβάνει τό μυστήριο.


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Μήνυμα στήν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ


Σήμερα συναντοῦμε ἕναν καταλυτικό σταθμό στήν οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας, τό σχέδιο τῆς ὁποίας ἄρχισε μέ τόν Εὐαγγελισμό, ὅπως ἀναφέρεται στό Τροπάριο τῆς ἑορτῆς: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ ̓ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις...». Κατά τόν Εὐαγγελισμό, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πῆρε σάρκα ἀπό τήν Παρθένο, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί σήμερα γεννιέται προκειμένου νά ξεκινήσει − μποροῦμε νά ποῦμε − τόν δρόμο πρός τήν Σταύρωση.

Γεννιέται, ὄχι στόν τόπο του, τήν Ναζαρέτ, ἀλλά στήν Βηθλεέμ καί μάλιστα σέ ἕνα σπήλαιο πού προοριζόταν γιά ζώα. Εἶναι ἡ ὑπέρμετρη Ταπείνωσή Του, πού ἐκδηλώνεται μέ αὐτόν τόν τρόπο, γιά νά συντρίψει τήν ὑπερηφάνεια τοῦ ἀνθρωπίνου εἶδους. «Ἀναμφίβολα, ἐάν Ἐκεῖνος ἤθελε, μποροῦσε νά ἔρθει σείοντας τούς οὐρανούς, κάνοντας τήν γῆ νά τρέμει, ἐκτοξεύοντας κεραυνούς. Ἀπέρριψε ὅλην αὐτή τήν ἐπίδειξη, διότι ἐρχόταν, ὄχι γιά νά ἀπωλέσει, ἀλλά γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο, καί μέσῳ τῆς γεννήσεώς Του νά καταπατήσει τήν ὑπερηφάνειά του. ∆έν Τοῦ ἀρκοῦσε, λοιπόν, νά γίνει ἄνθρωπος, ἀλλά ἔγινε ἄνθρωπος φτωχός καί διαλέγει μιά φτωχή Μητέρα, ἡ Ὁποία δέν εἶχε οὔτε κρεββατάκι γιά νά τοποθετήσει τό νεογέννητο Παιδί Της. "Καί ἀνέκλινεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ" (Λουκ. β ́ 7)» (Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Λόγος στήν Γέννηση).

Μόλις γεννήθηκε, ἀναγκάστηκε νά φύγει στήν Αἴγυπτο, ὑπό τήν ἀπειλή τοῦ Ἡρώδου, ὁ ὁποῖος δέν ἦταν παρά ἕνα ὄργανο τοῦ διαβόλου. Ὁ πονηρός προαισθανόταν ἐν μέρει τήν ἀποστολή τοῦ Μεσσία, χωρίς παρ ̓ ὅλα αὐτά νά γνωρίζει ὅτι ὁ Θεός ὁ Ἴδιος ἦταν Ἐκεῖνος πού ἦρθε στή γῆ γιά νά σώσει τό ἀνθρώπινο γένος.

Μέσα στό καταχείμωνο καί κατά τήν διάρκεια τῆς νυχτός ἔλαβεν χώρα ἡ Γέννησις τοῦ Ἐμμανουήλ (=ὁ Θεός μαζί μας). «Καί τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν» (Ἰωάν. α ́ 5). Ἐκτός ἀπό κάποιους φτωχούς βοσκούς πού ἔγιναν μάρτυρες τοῦ μυστηρίου − μυστήριο πού παρόλο πού ἐπαναλαμβάνεται κάθε στιγμή, ὁ κόσμος συνεχίζει νά βυθίζεται ὅλο καί περισσότερο στό σκοτάδι. Μόνο οἱ φτωχοί στό πνεύμα καταλαβαίνουν αὐτό πού εἶναι κρυμμένο στά μάτια τοῦ κόσμου. «Αὐτή ἡ Ζωή ἦταν, λοιπόν, τό Φῶς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά οἱ καρδιές τῶν ἀφρόνων δέν μποροῦν νά καταλάβουν αὐτό τό Φῶς, βεβαρυμένοι ὅπως εἶναι ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, οἱ ὁποίες τούς κρύβουν τή θέα αὐτοῦ τοῦ θείου Φωτός» (Ἅγιος Αὐγουστῖνος, Συνθήκη 1 στόν Ἅγιο Ἰωάννη).

Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ δέν ἔγινε μέ φυσικό τρόπο, ἀλλά μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ̇ ὁμοίως, ἡ Γέννηση ἐκπληρώθηκε θαυματουργικά, καθώς ἡ Παρθένος γέννησε χωρίς τούς πόνους τοῦ τοκετοῦ, πού εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. «Ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου», ψέλνει ὁ ∆αυΐδ στον 50ο Ψαλμό. Ἡ κατάρα τοῦ Θεοῦ στήν Εὔα «ἐν λύπαις τέξῃ τέκνα» (Γεν. γ ́ 16) δέν ἄγγιξε τήν Παναγία. «Ἡ Ἁγία Παρθένος Τόν κυοφόρησε χωρίς πόνο, ἡ σύλληψή Του ἔγινε χωρίς ψεγάδι, ὁ τοκετός χωρίς δυσκολία, ἡ Γέννησή Του χωρίς κηλίδα, χωρίς λύπη καί χωρίς πόνο» (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Ὅταν ἡ Σαλώμη καί ἡ ἄλλη μαία ἦρθαν στήν Φάτνη, δέν τούς ἔμενε παρά νά πλύνουν τό Παιδί, τό Ὁποῖο εἶχε ἤδη γεννηθεῖ μακρυά ἀπό τά ἀνθρώπινα βλέμματα. «Κανείς δέν προϋπάντησε τό Παιδί στή Γέννησή Του, καμμία γυναῖκα δέν ἔδωσε στήν Παρθένο Μαρία τίς συνήθεις φροντίδες, Ἐκείνη μόνη περιτύλιξε τόν Υἱό Της μέ σπάργανα. Ἦταν ταυτόχρονα ἡ Μητέρα καί Ἐκείνη πού ὑποδέχθηκε τό Παιδί ̇ “καί ἐσπαργάνωσεν Αὐτόν” (Λουκ. β ́ 7)» (Ἅγιος Ἰερώνυμος).

Μένει ἀκόμα νά μιλήσουμε γιά τούς Ἀγγέλους, τούς μάγους, τόν Ἰωσήφ ̇ ἄν ὁ Θεός μᾶς χαρίσει ζωή, αὐτό θά γίνει τήν ἑπόμενη φορά. Εἶθε ὁ Θεός νά γεννηθεῖ στίς καρδιές μας καί νά φέρουμε πάντα τήν εἰρήνη καί τήν χαρά!

∆ικός σας. Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός