Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

«Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία»


«Ὁσία Μαρία Αἰγυπτία» «Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία»

Σήμερα, τήν πέμπτη καί τελευταία Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἐπιτελοῦμε τήν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

Τίς προηγούμενες Κυριακές, ἑωρτάσαμε δύο μεγάλους φωστῆρες τῆς Ὀρθοδοξίας: τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τόν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Καθένας ἀπό αὐτούς τούς Πατέρες μᾶς ἄφησε γραπτῶς ὅλα αὐτά πού πρέπει νά κάνουμε γιά νά φθάσουμε στήν τελειότητα, ἡ ὁποία συνίσταται στήν Ἀνάσταση μέ τόν Χριστό, ὅπου μόνο ὁ Σταυρός μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει, αὐτός ὁ Σταυρός πού ἑορτάζουμε στή μέση τῆς Τεσσαρακοστῆς καί ὁ ὁποῖος πρέπει νά βρίσκεται στό κέντρο τῆς ζωῆς μας.

Αὐτή τήν τελευταία Κυριακή, ἡ Ἐκκλησία δέν μᾶς παρουσιάζει πλέον κάποια διδασκαλία, ἀλλά ἕνα παράδειγμα. Ὅλη αὐτή ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων, βλέπουμε νά γίνεται πράξη στό πρόσωπο τῆς ὁσίας Μαρίας καί δέν εἶναι πλέον ἀφηρημένη καί ἀπραγματοποίητη.

Γιατί ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἐπιλέχθηκε ὡς ὑπόδειγμα; Θά μπορούσαμε νά πάρουμε τόν Μέγα Βασίλειον, γιά παράδειγμα, πού προερχόταν ἀπό μία διακεκριμένη οἰκογένεια, εἴχε καλή μόρφωση, ἦταν ἐπίσκοπος κτλ. Οἱ Πατέρες μας δέν ἐπέλεξαν στήν τύχη αὐτήν τήν Ἁγία, ὅπως πρόκειται νά δοῦμε. Ἐπιλέγοντας ἕναν Ἅγιον, ὅπως τόν Ἅγιον Βασίλειον, θά μπορούσαμε νά βροῦ- με δικαιολογίες, προφασιζόμενοι ὅτι ἐμεῖς ἔχουμε ταπεινή καταγωγή, ὅτι δέν ἔχουμε μόρφωση, ὅτι εἴμαστε ἁπλοί λαϊκοί κτλ. Παίρνοντας ἀντίθετα τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, κάθε πρόφαση γιά νά δικαιολογήσουμε τήν μετριότητα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, αἵρεται.

Αὐτή ἡ Ἁγία δέν ἦταν παρά μιά ἀδύναμη γυναίκα, ἀλλά εἴχε χαρακτήρα ἀνδρι- κό. Ἦταν πόρνη πρίν ἀλλάξει, καί μάλιστα ἡ χειρότερη τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἔτσι, τίποτα δέν τήν προδιέθετε ὅτι θά γίνει Ἁγία. Ὅταν ἦταν στήν ἔρημο, τί εἴχε γιά νά τήν καθοδηγῆ στήν πνευματική ζωή; Μήπως ὄμορφες ἀκολουθίες ἤ λειτουργίες, πνευματικά βιβλία, ἀνθρώπινη παρηγοριά καί βοήθεια; Τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά! Μέσα σ ́ αὐτή τήν ἀφιλόξενη ἔρημο, δέν ἔβλεπε οὔτε κάν ἄγρια ζῶα! Ζοῦσε ἐντελῶς γυμνή, χωρίς τροφή καί μόνο ἡ Θεία Χάρη τήν στήριζε. Λοιπόν, ἄς μήν προφασιζόμαστε πιά ὅτι δέν μποροῦμε νά πηγαίνουμε τακτικά στίς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δέν εἴμαστε μορφωμένοι καί δέν καταλα- βαίνουμε τά ἱερά γράμματα κτλ. Ἡ ὁσία Μαρία γνώριζε τήν Ἁγία Γραφή ἀπ ́ ἔξω, χωρίς νά τήν ἔχει διαβάσει, προσευχόταν ὑπερυψωμένη, χωρίς νά πατᾶ στή γῆ, ἤξερε νά διαβάσει τίς σκέψεις τοῦ Ἁγίου Ζωσιμᾶ, ὁ ὁποῖος τήν εἴχε συ- ναντήσει στό τέλος τῆς ζωῆς της καί στόν ὁποῖον εἴχε ἐξομολογηθεῖ τόν βίο της.

Νά, πού αὐτή ἡ γυναίκα, πού ἦρθε ἀπό τά πιό χαμηλά καί ἀνέβηκε στά πιό ὑψηλά, μᾶς δίνεται σήμερα σάν παράδειγμα. Ἔτσι, ὅλες μας οἱ προφάσεις γιά νά καλύψουμε τήν πνευματική μας ἀταξία δέν εἶναι ὀρθές. Ἄν, λοιπόν, περάσαμε αὐτήν τήν Τεσσαρακοστή στήν νωχέλεια, μέ ποιό δικαίωμα θά

ἑορτάσουμε τήν Ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί ἐπίσης ἐλπίζουμε νά βρε- θοῦμε ἐκεί ὅπου εἶναι ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία; Ἄς κάνουμε, λοιπόν, μιά προσπάθεια, ὅσο μένει ἀκόμα καιρός – ὄχι μόνο κατά τήν διάρκεια αὐτῆς τῆς Σαρακοστῆς, ἀλλά καί στήν ζωή μας γενικότερα – ὥστε ὁ Κύριος νά μᾶς κατα- τάξει μέ τούς ἐργάτες τῆς ἐνδεκάτης ὥρας καί τά ὄμορφα λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού ἀκοῦμε τό Πάσχα, νά μᾶς ἀγγίξουν:

«Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον. Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτας ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα. Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω. Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλέτω ̇ καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἑνδεκάτην, μή φοβηθῇ τήν βραδύτητα ̇ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ ∆εσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον ̇ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης ̇ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει...».


Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός


«Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τᾹς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανᾹς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὥς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμa τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μήτερ, μεθ’ οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν».


http://orthodoxiagox.blogspot.com – http://oprotoklitos.blogspot.com


Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Agapin de mi exo

«Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δέ µή ἔχω,

γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύµβαλον ἀλαλάζον. Καί ἐάν ἔχω προφητείαν καί εἰδῶ

τά µυστήρια πάντα καί πᾶσαν τήν γνῶσιν, καί ἐάν ἔχω πᾶσαν τήν πίστιν, ὥστε

ὄρη µεθιστάνειν, ἀγάπην δέ µή ἔχω, οὐδέν εἰµί» (Α΄ Κορ. ιγ΄, 1-2).

Ὅλες αὐτές οἱ δωρεές, γιά τίς ὁποίες µιλάει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἶναι

δωρεές πού τό Ἅγιο Πνεῦµα δίνει πρός οἰκοδοµή τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται

γιά χαρίσµατα, τά ὁποία δέν ἐξαρτῶνται ἀπό τίς ἀρετές µας, ἀλλά πού

δίνονται γιά τό κοινό καλό καί τά ὁποία µποροῦν ἀκόµη νά εἶναι βλαβερά καί

νά µᾶς κάνουν νά πέσουµε, γιά παράδειγµα, στήν ὑπερηφάνεια. Μποροῦν νά

δοθοῦν ἀκόµα καί σέ αὐτούς πού δέν εἶναι ἄξιοι, ὅπως βλέπουµε κάπου στό

Εὐαγγέλιο, ὅπου ὁ Χριστός λέει σ’ αὐτούς πού δηλώνουν ὅτι ἔκαναν ἐκεῖνο ἤ

τό ἄλλο στό ὄνοµά Του: «∆εν σᾶς γνωρίζω»!

Ἀπεναντίας, ἡ ἀγάπη εἶναι µιά ἀρετή – ἡ κορωνίδα τῶν ἀρετῶν – τήν ὁποία

ἀκολουθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀρετές: ταπείνωση, ὑποµονή κλπ.

Ἔτσι, χωρίς τήν ἀγάπη, ὅλες οἱ παραπάνω δωρεές δέν ἀξίζουν τίποτα. Ἔχουν

ἀξία µόνο ὅταν βασίζονται στήν ἀγάπη. Γι’ αὐτό ὁ Ἀπόστολος συνεχίζει: «Καί

ἐάν ψωµίσω πάντα τά ὑπάρχοντά µου, καί ἐάν παραδῶ τό σῶµά µου ἵνα

καυθήσοµαι, ἀγάπην δέ µή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦµαι» (Α΄ Κορ. ιγ΄, 3). Τό νά κάνεις

ἐλεηµοσύνη εἶναι σηµάδι εὐσπλαγχνίας καί γενναιοδωρίας καί τό νά δίνεις τήν

ζωή σου ἐκφράζει τήν ἀγάπη καί τήν πίστη. Αὐτές οἱ δύο πράξεις, ὅµως,

µποροῦν νά γίνουν µέ ὄχι τόσο ἀξιέπαινες προθέσεις: χάριν ἐπιδείξεως ἤ

φανατισµοῦ γιά παράδειγµα. Χωρίς τήν ἀγάπη, λοιπόν, δέν ἀξίζουν τίποτα καί

εἶναι περισσότερο καταδικαστέες.

Ὁ Ἀπόστολος συνεχίζει καί ἐξηγεῖ αὐτό πού εἶναι ἡ ἀληθινή ἀγάπη: «Ἡ ἀγάπη

µακροθυµεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ

φυσιοῦται, οὐκ ἀσχηµονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό

κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ ἀληθείᾳ˙ πάντα στέγει, πάντα

πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑποµένει˙ ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄

Κορ. ιγ΄, 4-7).

Ὅλες αὐτές οἱ δωρεές, δωσµένες «πρός τό συµφέρον» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 7), εἶναι

πρόσκαιρες µόνο καί µή ὁλοκληρωµένες, καί θά ἔλεγα ἀκόµα καί

διφορούµενες, γιατί µπορεῖ νά τίς χάσουµε, ἄν δέν βασίζονται στήν ταπείνωση

καί τήν ἀγάπη. «Ἐκ µέρους δέ γιγνώσκοµεν καί ἐκ µέρους προφητεύοµεν˙ ὅταν

δέ ἔλθῃ τό τέλειον, τότε τό ἐκ µέρους καταργηθήσεται» (Α΄ Κορ. ιγ΄, 9-10).

Ἀπό τήν ἀγάπη, λοιπόν, ἀναγνωρίζουµε τούς ἀληθινούς ἀκολούθους τοῦ

Χριστοῦ. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πολύ µορφωµένοι, πού µιλοῦν µέ εὐφράδεια καί

µέ εὐκολία καί πού κάποιες φορές ἔχουν δίκιο στά λεγόµενά τους – καί ὁ

διάβολος, ἐπίσης, λέει ἐνίοτε τήν άλήθεια, ἀλλά πάντα γιά νά µᾶς ρίξει. Ἄν

παρ’ ὅλα αὐτά οἱ πράξεις αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἀντανακλοῦν µόνο φανατισµό

καί ὑπερηφάνεια καί ἄν ὁ ἀκρογωνιαίος λίθος, πού εἶναι ἡ ἀγάπη, ἐκλείπει,

καλύτερα νά ἀποµακρυνθοῦµε, γιατί τό µόνο πού θά κάνουν εἶναι νά µᾶς

ἀποπλανήσουν. Καί ἐπαναλαµβάνω: ἀκόµα κι ἄν ἔχουν δίκιο σέ ὁρισµένες

περιπτώσεις!

Ἐάν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη, τήν ὁποία κηρύττει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἡ ὁποία

βασίζεται στήν ταπείνωση, ὅλα τά προβλήµατα, πού ὑπάρχουν στήν Ἐκκλη-

σία, θά βροῦν λύση. Ἐάν µιλάω σέ κάποιον µέ ταπείνωση καί ἀγάπη, ἀκόµη κι

ἄν εἶναι ὑπερήφανος ἤ ὀργισµένος, θά γλυκάνει καί θά µέ ἀκούσει. ∆έν εἶναι,

λοιπόν, τά ἴδια τά προβλήµατα ἡ βαθύτερη αἰτία, ἀλλά ἡ πνευµατική µας

προδιάθεση, γιά νά ἐκφραστῶ διαφορετικά. Ἡ ἔλλειψη ὀµονοίας καί ἡ

ἀνάπτυξη ἔριδων ἔχουν τίς ἴδιες ρίζες. Ὁ καθένας µένει στήν θέση του, τήν

ὁποία πιστεύει ὡς σωστή καί ἀσφαλή, καί δέν κάνει καµµιά προσπάθεια νά

µπεῖ στήν θέση τοῦ ἄλλου προκειµένου νά βρεῖ µιά πραγµατική λύση στά

προβλήµατα. Μέσα στήν Ἐκκλησία ὅλα µποροῦν νά λυθοῦν, γιατί εἶναι

χτισµένη πάνω στήν Πέτρα τῆς Ἀληθείας. Ἡ ἐµπειρία της εἶναι τεράστια καί

ἔχει τό γιατρικό γιά τά πάντα, ὅσο βρισκόµαστε µέσα σ’ Αὐτήν.

Καί γιά νά τελειώσω, ἀναφέρω ξανά τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού

γνώρισε τά ἴδια προβλήµατα (φιλονεικίες καί ἔριδες), στήν ἐποχή του:

«Ἐδηλώθη γάρ µοι περί ὑµῶν, ἀδελφοί µου, ὑπό τῶν Χλόης ὅτι ἔριδες ἐν ὑµῖν

εἰσί. Λέγω δέ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑµῶν λέγει˙ ἐγώ µέν εἰµί Παύλου, ἐγώ δέ

Ἀπολλώ, ἐγώ δέ Κηφᾶ, ἐγώ δέ Χριστοῦ. Μεµέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος

ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑµῶν; ἤ εἰς τό ὄνοµα Παύλου ἐβαπτίσθητε;» (Α΄ Κορ.α΄,11-13).

Λέγοντας ὅλα αὐτά, δέν µιλάω ἀφηρηµένα, ἀλλά ἔχω στό µυαλό µου

συγκεκριµένα προβλήµατα καί ἐλπίζω ἐκείνοι οἱ ὁποίοι ἐµπλέκονται νά

ἔλθουν εἰς ἐπίγνωσιν.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός

Δευτέρα, 1 Μαρτίου 2010

Simeia kai simbola


«Καί ἤκουσαν τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τό δειλινόν,

καί ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδάµ καί ἡ γυνή αὐτοῦ ἀπό προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν µέσῳ τοῦ

ξύλου τοῦ παραδείσου» (Γέν. γ΄ 8).

Ἀπό τήν πτώση ἀπό τόν Παράδεισο, τά χαρίσµατα τῆς ψυχῆς µας ἔχουν στρεβλωθεῖ καί ἔτσι

µποροῦµε µόνο ἔµµεσα νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν Θεόν. Χρειαζόµαστε, λοιπόν, βοηθητικά

µέσα, ὅπως κάποιος πού δέν βλέπει καλά ἤ κάποιος πού ἔχει ἀκρωτηριαστεῖ. Ἔτσι, ἡ

Ἐκκλησία µᾶς διαθέτει ὅλα αὐτά πού µποροῦν νά βοηθήσουν νά ἐπικοινωνήσουµε µέ τόν

Θεόν, ἀναµένοντας βέβαια πώς θά φθάσουµε στήν ἁγιότητα, ἡ ὁποία συνίσταται ἀκριβῶς

στήν ἀποκατάσταση τῶν πνευµατικῶν µας χαρισµάτων. Ἕνας «ναύσταθµος» µᾶς προτείνε-

ται: ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ εἰκόνες, τά µυστήρια, ἡ Θεία Λειτουργία κτλ. Ἔτσι µποροῦµε ἔµµεσα

νά συγκατατεθοῦµε µέ αὐτο ποῦ ἡ πνευµατική µας ἀσθένεια µᾶς κρύβει. ∆ιαµέσου αὐτοῦ

πού µᾶς εἶναι οἰκεῖο, ἐκδηλώνεται τό ἄγνωστο. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος ποῦ ὁ Κύριος

µιλοῦσε µέ παραβολές: «Καί ἐλάλησεν αὐτοῖς πολλά ἐν παραβολαῖς» (Ματθ. ιγ΄ 3). «Ταῦτα ἐν

παροιµίαις λελάκηκα ὑµῖν, ἀλλά παρρησίᾳ περί τοῦ Πατρός ἀναγγελῶ ὑµῖν» (Ἰωάν. ιστ΄ 25).

Αὐτή ἡ ὥρα εἶναι ἀκριβῶς ἡ στιγµή ὅπου µποροῦµε ξανά νά περπατήσουµε χωρίς δεκανί-

κια. Περιµένοντας νά ἔρθει αὐτή ἡ ὥρα δέν µᾶς µένει παρά νά ζήσουµε τήν πίστη µας, ὅπως

ἕνας τυφλός µέ τό µπαστούνι του.

Αὐτό µέ κάνει νά σκέφτοµαι αὐτόν τόν τυφλό ἀπό τήν Ἰεριχώ, καθήµενον στήν ἄκρη τοῦ

δρόµου, ὁ ὁποῖος φώναζε δυνατά πρός τόν Ἰησοῦ:«Υἱέ ∆αυΐδ Ἰησοῦ,ἐλέησόν µε!»(Μάρκ.ι΄ 47).

Ἰδού ἡ ἀπαρχή τῆς προσευχῆς πρός τόν Ἰησοῦ, πού ἡ δική µας νωχέλεια µᾶς ἐµποδίζει νά

τήν λέµε ἀσταµάτητα.

Ἕνας ἄλλος παράγοντας µπαίνει, ἐπίσης, στό παιχνίδι, πού ἀφορᾶ τά σηµεῖα καί τά σύµβο-

λα: δέν εἴµαστε καθαρά πνεύµατα - ὅπως οἱ ἄγγελοι - ἀλλά ἔχουµε ἕνα σῶµα καί ἀκριβῶς µέ

αὐτό τό σῶµα (δυστυχῶς ὄντας σαρκικό) πρόκειται νά ὁδεύσουµε πρός τόν Θεόν, διαµέσου

αὐτῆς τῆς «κοιλάδος δακρύων» πού ἀποτελεῖ ἡ ἐπίγεια ζωή µας. Αὐτά τά σηµεῖα καί τά

σύµβολα εἶναι, ἐπίσης, γιά νά τό ποῦµε καί ἔτσι, πινακῖδες πού µᾶς δείχνουν τόν δρόµο πού

πρέπει νά ἀκολουθήσουµε. Ἐφόσον εἴµαστε φτιαγµένοι ἀπό πνεύµα καί σῶµα, πρέπει ὅλο

µας τό εἶναι νά συµµετέχει καί νά ζεῖ αὐτή τή ζωή ἐν Θεῷ: ὅταν προσευχόµαστε, τό σῶµα

κάνει τό σηµείο τοῦ σταυροῦ καί τό πνεῦµα ἀπέχει ἀπό τίς κακές σκέψεις καί τά ἀθέµιτα

συναισθήµατα.

Ἀλλά ἄς ἐπανέλθουµε στά σηµάδια καί τά σύµβολα. Γιατί ἀνάβουµε λαµπάδες καί καῖµε

θυµίαµα; Εἶναι µιά χειρονοµία πού ἐκφράζει τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν, ὅπως ὁ σύζυγος

πού φέρνει λουλούδια στήν σύζυγό του καί τῆς προσφέρει χάδια καί τρυφερότητα. Χωρίς

αὐτά, ὅλα γίνονται ἀφηρηµένα καί ἡ ἀγάπη πεθαίνει, εἶτε ἀνάµεσα σέ µᾶς καί τόν Θεόν,

εἶτε ἀνάµεσα στούς συζύγους. Βέβαια, ὁ Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη οὔτε τίς λαµπάδες, οὔτε τό

θυµίαµα· εἶναι περισσότερο γιά ἐµᾶς πού δέν µποροῦµε νά ἐκφράσουµε διαφορετικά τήν

πίστη µας καί τήν ἀγάπη µας πρός τόν Θεόν. Οἱ Ἐβραίοι θυσίαζαν τράγους καί ταύρους:

ἕνας στοιχειώδης τρόπος (γιά νά µήν ποῦµε πρωτόγονος) νά πλησιάσουν τον Θεόν.

Ἐµεῖς, περιµένοντας νά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά προσευχηθοῦµε «ἐν πνεύµατι καί ἀληθείᾳ»

(Ἰωάν. δ’ 24), ἄς χρησιµοποιήσουµε ὅλα αὐτά τά µέσα πού ἡ Ἐκκλησία θέτει εἰς τήν διάθεσή

µας.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός