Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Ἡ θέωσις


Ὁ Εὐάγριος θεωρεῖ τήν ἀπάθεια ὡς σκοπό τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι ταυτόχρονα καί σωστό καί λάθος. Ἡ ἀπάθεια δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ προϋπόθεσις ἐνῶ ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι σωστό, μέ τήν ἔννοια ὅτι πρόκειται νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τά πάθη, νά μᾶς ἐξαγνίσει καί ὄχι νά καταργήση τίς φυσικές μας δυνάμεις, λογική, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες κ.λ.π.. Δέν πρόκειται νά καταργήσουμε τήν προσωπικότητά μας ἀλλά νά τήν ἐξαγνίσουμε, νά τήν τελειοποιήσουμε, ἤ πιό σωστά, νά τήν ἑνώσουμε μέ τόν Θεόν. Ἡ Θέωσις, ἰδού ὁ ἀληθινός σκοπός μας. 

Αὐτή ἡ θέωσις δέν συνίσταται σέ μία ἐξουθένωσι, οὔτε σέ κάτι τό ἐπιπρόσθετο, ἀλλά στήν ἕνωσι τῆς θείας ἐνέργειας ἤ τῆς θείας χάριτος μέ τόν ἄνθρωπο. Διατηροῦμε πάντοτε τήν ἴδια προσωπικότητα ἀλλά θά ἐξαγνισθῆ ἀπό τίς ἀτέλειές της καί θά μεταμορφωθῆ.

Δέν πρόκειται λοιπόν νά σταματήσουμε τόν νοῦν ἀλλά νά τόν ἐξαγνίσουμε σταυρώνοντάς τον στόν σταυρό. 

Μόλις ἐξαγνισθῆ ὁ νοῦς θά μείνη στά ὅριά του ἀντί νά θέλει νά κυριαρχῆ καί νά λαμβάνεται ὡς κριτήριον γιά ὅλα.

 Τό ἴδιο καί μέ τά αἰσθήματα τά ὁποῖα δέν εἶναι κακά τά ἴδια, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό. Εἶναι ἡ ἀμαρτωλή χρήσις ἐκ μέρους μας πού εἶναι ὑπεύθυνη. Ὁ Χριστός, ὁ ἀπαθής, δέν κλαίει μαθαίνοντας τόν θάνατο τοῦ φίλου του Λαζάρου; Δέν κυλοῦν δάκρυα ὡς θρόμβοι αἵματος στόν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν ὅταν ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νά ἑνώση τό ἀνθρώπινο θέλημά Του μέ τό θεῖο θέλημα; «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ὡς σύ» (Ματθ. 26:39)

Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ Σωτήρ ἔσωσε τόν κόσμο καί ἐπίσης ἐπάνω στό σταυρό ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία μας. Αὐτός ὁ σταυρός συνίσταται σ΄ἐμᾶς, στήν ἀπάρνησι, τήν ἄσκησι, τή νηστεία, τήν ὑπακοή κ.λ.π., ὅλα αὐτά πού ἀφανίζουν «τόν παλαιό μας ἄνθρωπο». Αὐτο φαίνεται παράλογο ἐάν ἀγνοοῦμε τήν ἕννοια τῆς ἀμαρτίας καί τῆς πτώσεως.

Μόλις ἐξαγνισθοῦμε καί ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, δέν κρίνουμε πλέον χωρίς προσοχή καί μόνον ἀπό τά ἐξωτερικά καί ἀφηρημένα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν θεία ὅρασι πού βλέπει καί τά συμπεριλαμβάνει ὅλα. Τότε ἡ κρίσις μας δέν θά εἶναι πλέον μερική ἀλλά ἀκριβής καί τέλεια. Στηριγμένη στήν ἀγαπή αὐτή ἡ κρίσις θά γνωρίζει νά δίνει στό κάθε τι τήν σωστή του ἀξία. 

Ἡ δική μας θέλησις, ὅμως, κάνει τό ἀντίθετο: ἐκτιμᾶ τά πράγματα, καλά ἤ κακά, σύμφωνα μέ τό συμφέρον μας. Γιά νά πετύχουμε, συνεργάζονται καί ἄλλα πάθη : θυμός, ζήλεια, κ.λ.π. Τό ἐγωκεντρικό μας συμφέρον ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Δικαιοσύνη μέ τό πρόσχημα τοῦ δικαίου. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά κίβδηλη δικαιοσύνη πού παίρνει ἀξίες – αὐτές καθ΄ ἑαυτές σωστές καί ἀληθινές – γιά βοήθεια. 

Ὁ διάβολος δέν προσπαθοῦσε νά πλανήσει τόν Χριστό στήν ἔρημο ἀναφέροντάς του χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή;

 Ἅς συγκεφαλαιώσουμε: Ὁ ἐγωκεντρισμός μας, ἡ φιλαυτία μας, ἡ ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ ἀναδίπλωσις τοῦ ἐγώ μας εἶναι πού ἀλλοιώνουν τήν γνήσια θέλησί μας καί πού ὅλα τά διαστρέφουν.

Ἡ ὑπερηφάνεια κάνει τά ὑπόλοιπα: μᾶς τυφλώνει κάνοντάς μας νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀλάθητοι.

Ἐνῶ, σ’αὐτόν πού ἔμαθε νά ἐξαγνίζεται ἀπό τά πάθη του, ἐφαρμόζονται οἱ λόγοι τοῦ Ἁγ. Ἰσαάκ: «Αὐτός ὁ ἅνθρωπος εἶναι μακρυά άπό κάθε ὀργή, μακρυά ἀπό κάθε ζῆλο γιά ἀντιλογία, δέν ἀναστατώνεται οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως, οὔτε ἐξ αἰτίας ἐπιθυμίας κανενός πράγματος, ἀλλά ζεῖ μέσα σέ ἄπειρη ἀνέκφραστη ψυχική εἰρήνη καί σέ βαθειά ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν βλέπουμε κάποιον ν’ ἀναστατώνεται ἀπέναντι στήν ἄγνοια τῶν ἄλλων ἤ νά θέλει νά τούς διορθώσει, πρέπει νά γνωρίζουμε πώς εἶναι ἡ δική του ἄγνοια πού τόν ὠθεῖ σ΄αὐτό.» (Ἁγ. Ἰσαακ Σύρος τόμος Β΄, λόγος Δ΄, § 77).


Ἀρχιμ. Κασσιανός