Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ὁ ὀμφαλός τοῦ Ἀδάμ


Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἀπό ἀνθρώπους καί ὄχι ἀπό ἀγγέλους. Ἄς ἔχουμε λοιπόν κατά νοῦν αὐτήν τήν πραγματικότητα καί ἄς δεχθοῦμε τόν καθένα ὅπως εἶναι μέ τίς ἀδυναμίες του καί τά ὅριά του. Ἐξ ἄλλου ὅπως λέει καί τό Εὐαγγέλιο : «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω» (Ἰω. 8,7).

Βασικά, ἄς βλέπουμε εἰς τόν πλησίον μας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μία εἰκόνα ἴσως ἀλλοιωμένη ἀπό τίς συνεχεῖς πτώσεις τῆς γῆς, πού ἀφῆσαν πληγές καί σημάδια πού δύσκολα θεραπεύονται.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πεδίον μάχης, ἆρα εἶναι φυσικό μερικές φορές τά πράγματα νά ξεχειλίζουν καί δέν μποροῦν νά εἶναι ὅπως στόν καιρό τῆς εἰρήνης ὅπου ὅλα κυλοῦν μέ ἁρμονικό ρυθμό.

Δέν χρειάζεται νά εἴμαστε μοιρολάτρες, ὄχι. Μποροῦμε καί πρέπει νά ἀλλάξουμε τά πράγματα ἀλλά πρῶτα ἀρχίζοντας ἀπό τά νά βγάλουμε τό δοκάρι πού εἶναι στό μάτι μας. Ἐν συνεχεία θά εἶναι πολύ πιό εὔκολο νά ἀλλάξουμε τόν κόσμο.

Ἡ αὐστηρότης πού μᾶς ξεσηκώνει συχνά βλέποντας τήν κατάστασι μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν εἶναι ἀρετή !  Ἀρετή εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία. Ὅταν ὁ καλός Σαμαρείτης συνήντησε στήν ὁδό στή Ἱεριχώ αὐτόν πού εἶχε πέσει στά χέρια τῶν ληστῶν, συγκινήθηκε ἀπό εὐσπλαγχνία. Θά μποροῦσε νά εἶχε ἐνεργήση ἀλλοιῶς, π.χ. θά μποροῦσε νά εἶχε πεῖ ὅτι αὐτός πού εὑρίσκεται κατά γῆς, εἶναι Ἑβραῖος (Σαμαρεῖτες καί Ἑβραῖοι δέν εἶχαν καλές σχέσεις  μεταξύ τους). 

Ὁ Χριστός σ’αὐτή τήν παραβολή δέν ἔλαβε τυχαῖα τόν Σαμαρείτη καί τόν Ἑβραῖο: Τό ἔκανε προκειμένου νά μᾶς δείξει ὅτι πρέπει νά ξεπερνᾶμε τήν στενότητα τοῦ μυαλοῦ μας καί τήν σκληρότητά μας, τήν προσκόλησί μας σέ δευτερεύοντα πράγματα προκειμένου νά πάμε στήν οὐσία - τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον. 

Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς τό φανερώνει σαφῶς μέ τόν ἱερέα καί τόν Λευίτη πού ἔδωσαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στό καθῆκον τους πρός τόν Ναό παρά στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον (Λουκ. 10,3 κἐξῆς).

«Ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται» (Β΄Κορ. 12,9) λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, δηλαδή διά μέσου τῶν ἀδυναμιῶν μας, τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἡ οἰκονομία τῆς σωτηρίας θά ἐκπληρωθῆ. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος ἀλλοῦ λέγει : «Ὁ νόμος γάρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν» (Ἑβρ. 7,28).

Ἄς πάρωμε τό μάθημα : Ὅσον περισσότερον ψηλά εἴμαστε σέ βαθμό καί ἀξιώματα, τόσο περισσότερον εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά σηκώσουμε τό φορτίον. Ἄς εἴμαστε λοιπόν ἐπιεικεῖς στίς κρίσεις μας ἐάν δέν εἴμαστε σέ θέσι νά τίς ἀποφύγουμε τελείως. Ἑξ ἄλλου, αὐτοί πού δέν κάνουν τίποτε εἶναι αὐτοί πού δέν σφάλουν ποτέ, ἀλλά ὅλη τους ἡ ζωή εἶναι μία ἀποτυχία. 

Τόν καιρό τῶν Ἀποστόλων, ἡ κατάστασις δέν ἦταν καθόλου τέλεια. Ὑπῆρχε ὁ προδότης, ὁ Πέτρος ἀρνιέται τρεῖς φορές τόν Χριστό, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης ζητοῦν τίς πρῶτες θέσεις καί τήν ὥρα τοῦ πάθους, μόνον ὁ Ἰωάννης  καί οἱ ἀδύνατες γυναῖκες στέκονται κοντά στό Σταυρό. Ἡ ἀπιστία τους ἔκανε νά στενάζει ὁ Κύριος καί νά διερωτᾶται : «ἕως πότε ἔσομαι πρός ὑμᾶς καί ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Λουκ. 9,41).

Ἡ Ἐκκλησία κτίστηκε ἐπάνω στό αἶμα τῶν μαρτύρων, στίς στερήσεις, στήν ἄσκησι, στά δάκρυα καί ὄχι στήν εὐκολία, πού εἶναι ἴδιον χαρακτηριστικόν τοῦ κόσμου πού θά χαθῆ. Διά μέσου ὅλων αὐτῶν πού ἐκτιμοῦμε σάν ἀρνητικά, πραγματοποιεῖται τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη κι’ ἄν αὐτό εἶναι σ’ ἐμᾶς ἀκατανόητο καί ξεπερνᾶ τήν μυωπική μας ἀντίληψι.

Μή συνηθίζομε νά θέλομε πάντα νά τά καταλάβωμε ὅλα, εἰδάλλως θά καταλήξομε σάν τούς Ἑβραίους, πού διερωτῶνται ἐάν ὁ Ἀδάμ ἔχει ὀμφαλό ἤ ὄχι ἐφ’ ὅσον δέν εἶχε μητέρα! 

Ἀρχιμ. Κασσιανός



«ΜΕΛΑΙΝΑ ΕΙΜΙ ΕΓΩ ΚΑΙ ΚΑΛΗ»

(Ἆσμα ἀσμάτων Α΄,5)


"Μαύρη εἶμαι ἀλλά ὡραία": Αὐτά τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν ταιριάζουν εἰδικά στήν Ἐκκλησία τῆς δικῆς μας ἐποχῆς; "Μαυρισμένη", ὅπως λέει πιό κάτω τό Ἆσμα ἀσμάτων, "ἀπό τόν ἥλιο", δηλαδή ἀπό τούς ποικίλους πειρασμούς, ἐν τούτοις παραμένει ὡραία.

Στήν Ρωσσία ὅπου ζοῦν ἕνα μεγάλο μέρος τῶν πιστῶν μας, ἡ Ἐκκλησία ἐπιβιώνει καταδιωγμένη μέ περισσότερη ἐξεζητημένη σκληρότητα καί ὠμότητα ἀπό τόν καιρό τῶν πρώτων χριστιανῶν. 

Στήν Ἑλλάδα οἱ πιστοί διώκονται ἐδώ καί μισό αἰώνα ἀπό τούς ψευδαλδέλφους. Σ’αὐτούς ταιριάζει ἡ γερμανική παροιμία πού λέει: «Ἐάν δέν θέλεις νά εἶσαι ἀδελφός μου, τότε θά σοῦ σπάσω τό κεφάλι».

Οἱ πιστοί στήν Δύση εἶναι σπαρμένοι ἐδώ καί ἐκεί σ’ἕνα κόσμο ἑτερόδοξο καί ὑλιστικό. Οἱ λίγοι ὀρθόδοξοι πού ζοῦν σ’αὐτόν τόν κόσμο δυσκολεύονται νά φυλάνε τά ὀρθόδοξα ἔθιμα ἀπό ἔλλειψη κατάλληλου περιβάλλοντος. Οἱ προσήλυτοι προσπαθοῦν μέ δυσκολία νά τηροῦν τήν Ἱερά Παράδοση διότι λείπει τό παράδειγμα.

Μᾶς λείπουν τά "κεφάλια" δηλαδή οἱ διανοούμενοι, πού θα μποροῦσαν νά ἐκφράσουν ἐπιστημονικά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Πολλές φορές οἱ κληρικοί μας ἔγιναν ἐξ ἀνάγκης καί δέν ἔχουν πάντα τήν ἀπαιτούμενη μόρφωση.

Ἡ ὀμορφιά λείπει ἀπό τίς τελετές μας οἱ ὁποίες εἶναι συχνά πρωτόγωνες καί ἄκομψες ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀπουσίας μόρφωσης.

Ὁ Τῦπος, ἡ τηλεόραση μᾶς ἀγνοοῦν ἤ καί συκοφαντοῦν, καί μέ τά δικά μας μέσα εἶναι δύσκολο νά παρουσιαστοῦμε, νά κάνουμε ἱεραποστολή.

Τό νά εἰμαστε συνεχῶς ἀμυνόμενοι μᾶς κάνει μερικές φορές ὑπερβολικά αὐστηρούς καί τό ἀνοικτό χαμόγελο μᾶς γίνεται δύσκολο.

Ἀπό ἔλλειψη χρόνου καί "ἐργατῶν" στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, δέν ὑπάρχει συνέπεια στίς δραστηριότητές μας. 

Θέλει πραγματικά πολύ πίστη γιά νά ἰδοῦμε, πέρα ἀπό αὐτά τά ὅρια καί αὐτές τίς ἐλλείψεις, τήν ὡραιότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Καί ὄμως εἶναι ἐδῶ, μέσα στήν καθαρότητα τῆς πίστεώς της, τήν εὐθύτητα τῶν ἠθῶν της, τήν ἀληθινή εὐσέβειά της, τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστόν της καί δι’Αὐτοῦ, πρός τούς ἀνθρώπους, τούς ἀδελφούς της.

Εἶναι μία ὀμορφιά ὅλο πνευματική, καί ὅποιος θέλει μία Ἐκκλησία ὅπως ἤθελαν οἱ Ἑβραῖοι τόν Μεσσία, ἰσχυρό καί φανερό εὐεργέτη τῆς ἀθρωπότητος, κάνει λάθος δρόμο.

Προς τό πάθος της προχωράει ἡ νύμφη – ἡ Ἐκκλησία - ὅπως ὁ Νυμφίος της Χριστός, ἀλλά καί μαζί Του θά ἀναστηθεῖ καί θά δοξαστεῖ στόν αἰώνα τόν ἀτελεύτητο.


Ἱερ/χός Κασσιανός – Ἀπρίλιος 1980

(Μετάφραση- διασκευή- Ἀπρίλιος 2009)

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ



Διαβάζοντας τήν παραβολή τοῦ Ἁσώτου Υἱοῦ καί τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου παρατηροῦμε κάποια ἀντίφασι. Ὁ πατήρ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ μένει στό σπίτι περιμένοντας τόν υἱόν νά ἐπιστρέψει, ἐνῶ γιά τό ἀπολωλός πρόβατον βλέπουμε τόν Τσοπάνο νά πηγαίνει πρός ἀναζήτησι τοῦ προβάτου.

Οἱ παραβολές δείχνουν τήν ἀλήθεια μέ τρόπο λίγο ὡς πολύ τέλειο ἀλλά ἀπό  μία πλευρά μόνο.Στή πρώτη παραβολή (τοῦ  Ἀσώτου) ὑπογραμίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά πάρη τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας καί στήν δεύτερη ( τοῦ ἀπολωλότος προβάτου  βλέπουμε τήν ἄκρα φροντίδα τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς πού πάει μέχρι τά πιό βαθειά σπήλαια τῶν ἁμαρτιῶν μας προκειμένου νά μᾶς σώσει.

Ἄρα οἱ δυό παραβολές συμπληρώνονται χωρίς νά ἀντιφάσκουν. Ἀλλά ἄς πᾶμε ἀκόμη πιό μακρυά. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου ύἱοῦ  δέν τόν ἀκολουθοῦσε γιά νά τόν συγκρατήση μέ βία ἀλλά περίμενε ὑπομονετικά τήν ἐπιστροφή του. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅτι παρατηροῦσε κάθε ἡμέρα κατά μῆκος τοῦ δρόμου μέ τήν ἐλπίδα νά ἰδῆ τόν υἱόν του νά ἐπιστρέφη.Μόλις ἴδε τελικά ὁ πατέρας τήν μετάνοια τοῦ υἱοῦ «ἔτρεξε καί ἔπεσε στό λαιμό του». Αὐτή ἡ συμπεριφορά  δείχνει τήν ἐλευθερία τοῦ υἱοῦ-πού δέν ἦταν δοῦλος –καί ἐπίσης τήν διάκρισι τοῦ πατέρα πού ἄφησε τόν υἱόν του νά πάρη αὐτήν τήν ἄσχημη ἐμπειρία ὥστε νά τόν κάνη σοφό.

Εἰς τό ἀπολωλός πρόβατον ἡ ἔννοια εἶναι διαφορετική: 

ἕνα πρόβατο εἶναι ἀμαθές καί ψάχνει εὔκολα τό χόρτο πού τοῦ ἀρέσει. Δέν γνωρίζει τόν κίνδυνο τοῦ γκρεμοῦ καί τῶν ἀγρίων θηρίων καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν προστασία τοῦ κοπαδιοῦ.Ἡ ἀμάθειά μας σημαδεύεται μέ αὐτήν τήν παραβολή. Ἡ ἁμαρτία μᾶς φαίνεται γλυκειά, ἐλαχιστοποιοῦμε τίς συνέπειες καί κλίνουμε εὔκολα τά μάτια μας τή στιγμή πού βγαίνουμε  ἀπό τόν δρόμο μας. Μόνον κατόπιν ἀνοίγουν τά μάτις  ὅπως στούς πρωτοπλάστους: « 

«Ὁ βοσκός ψάχνει τό ἀποπλανημένο πρόβατο καί τό ἐπαναφέρει ἐπάνω στούς ὤμους τους διότι δέν εἶχε τήν δύναμι νά ἐπιστρέψη

. Τό πρόβατο, ζῶο στερημένο ἀπό λογική εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀσύνετου ἀνθρώπου πού γίνεται θῦμα τῶν πανουργιῶν τοῦ ἐχθροῦ, ἀποπλανιέται ὅπως ἕνα πρόβατο» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.

«Ὅταν ὁ βοσκός βρεῖ τό πρόβατό του δέν τό μαλώνει καθόλου, δέν τό γυρνᾶ στή μάνδρα μέ βία, ἀλλά τό φορτώνεται στούς ὤμους  του καί τό φέρει μέ τρυφερότητα γιά νά τό συνάψη πάλι στό κοπάδι: Καί ὅταν τό βρῆ, τό βάζει μέ χαρά στούς  ὤμους του» λέγει ὁ Ἁγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἄρα οὔτε ὁ πατέρας τοῦ  ἀσώτου υἱοῦ, οὔτε ὁ καλός ποιμήν δέν καταναγκάζουν τό ἀποπλανεμένο, καί οἱ δύο τό ὑποδέχονται χωρίς ἐπιφύλαξι.

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει διαδοχικά τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, ἐν συνεχεία αὐτή τῆς ἀπολεσθείσης δραχμῆς καί τρίτη στήν σειρά τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ἐάν κάθε παραβολή εἶχε ἀκριβῶς τήν ἴδια ἔννοια, γιατί νά μή ἀρκεσθῆ σέ μία μόνο παραβολή; Ἀλλά ἀκριβῶς (διότι) κάθε παραβολή ὑπογραμμίζει θέματα διαφορετικά καί συμπληρωματικά.

Σέ κάθε παραβολή, ὁ Χριστός  καθορίζει τόν ἀριθμό:Ἑκατό πρόβατα, δέκα δραχμές  καί δύο υἱοί(γιοί).

Ὑπάρχουν παραπλανημένοι καί χαμένοικαί ἄλλοι πού δέν εἶναι. Ἡ χαρά ὅμως ἦταν κάθε φορά γιά τήν πρώτη κατηγορία-πρᾶγμα πού πρέπει νά δίνει μεγάλη  ἐλπίδα στόν ἁμαρτωλό, δεδομένου ὅτι αὐτός μετανοεῖ.

Στήν τρίτη παραβολή, ὁ Κύριος ζητᾶ νά χαρῆ μαζί του; ;; Δέν θέλει νά χαρῆ μόνος  Του πού βρῆκε αὐτό πού εἶχε χαθῆ ἀλλά προσκαλεῖ καί ἄλλους γιά νά χαροῦν μαζί Του.

Γιά νά συγκεφαλαιώσωμε. Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἀντίφασις στίς παραβολές τοῦ Σωτῆρος ἀλλά συμπληρωματικότητα, διότι κάθε παραβολή δέν ἐπηρεάζει παρά συγκεκριμένα θέματα καί ἕνα μέρος μόνον τῆς ἀληθείας.


Ἀρχιμ. Κασσιανός