Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Η ΑΙΤΙΑ

                                                                     

ταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, μποροῦμε νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύουμε τά συμπτώματα: Οἰκονομική κρίσι, ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή αἰτία. 

Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεΗ ΑΙΤΙΑ

                                                                     

ταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, μποροῦμε νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύουμε τά συμπτώματα: Οἰκονομική κρίσι, ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή αἰτία. 

Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα ἱκανοί δίκαιοι νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (βλ.Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά (ὁ ζῆλος) πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).

Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τήν δύναμι νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης σάν αὐτά τά χέρια...» καί ὁ ἀδελφός ἐπῆρε τό μάθημα.

Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: Παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.

Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: Τήν ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία. Ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.

Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα;  – οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅ,τι ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, δηλαδή νά θυσιαστοῦμε καί νά ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο.

Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά ἐκτελέσωμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μή ἀρκούμαστε στήν ἐτικέτα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.

Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη˙ κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται μέ τήν ταπείνωσίν τους καί τήν διακριτικότητά τους. 

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

ύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα ἱκανοί δίκαιοι νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (βλ.Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά (ὁ ζῆλος) πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).

Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τήν δύναμι νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης σάν αὐτά τά χέρια...» καί ὁ ἀδελφός ἐπῆρε τό μάθημα.

Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: Παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.

Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: Τήν ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία. Ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.

Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα;  – οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅ,τι ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, δηλαδή νά θυσιαστοῦμε καί νά ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο.

Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά ἐκτελέσωμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μή ἀρκούμαστε στήν ἐτικέτα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.

Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη˙ κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται μέ τήν ταπείνωσίν τους καί τήν διακριτικότητά τους. 

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ



Ένα θέμα, που  έχω στο μυαλό μου, και που φαίνεται αρκετά χρήσιμο να συζητήσουμε, είναι η εξομολόγηση. Με πολύ θλίψη, διαπιστώνω ότι η πλειοψηφία  των πιστών δεν εξομολογείται σωστά. Ικανοποιούνται να λένε ότι αφού δεν μαλώνω με το σύζυγο μου δεν έχω τίποτα άλλο  που πρέπει να εξομολογηθώ. 

 Κρύβουν τις αμαρτίες τους ή  δεν τις γνωρίζουν; Εάν «ο δίκαιος αμαρτάνει επτά φορές την ημέρα», όπως λέει η Αγία Γραφή, πώς εμείς οι απλοί πιστοί δεν έχουμε αμαρτίες ; Οι ανεξομολόγητες αμαρτίες  δεν συγχωρούνται. Εάν πηγαίνω στο γιατρό και δεν ομολογώ την αρρώστια μου, πώς μπορεί να με θεραπεύσει; Όσο καλύτερα  του εξηγήσω τόσο καλύτερα μπορεί να με βοηθήσει. Δυστυχώς νομίζουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μόνο να πάμε μερικές φορές στην εκκλησία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνάμε τέσσερις φορές το χρόνο και να νηστεύουμε σύμφωνα με τους κανονισμούς. Αυτό είναι μια φαρισαϊκή τοποθέτηση του θέματος επειδή ενεργούμε σαν τον Φαρισαίο του ευαγγελίου που πίστευε ότι δικαιώνεται τηρώντας τις διατάξεις του νόμου. Αλλά το ευαγγέλιο του Χριστού απαιτεί από μας πολύ περισσότερα : πρέπει να καθαριστούμε από τα πάθη μας και να αποκτήσουμε αρετές, την ταπείνωση, την πραότητα κλπ. Που δεν έρχονται μέσα μας αν δεν φύγουν πρώτα τα πάθη απ’ την ψυχή μας.

Το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να μένει εκεί όπου βρίσκεται «ο πονηρός». Η πνευματική ζωή δεν είναι στάσιμη, είναι μια συνεχής πρόοδος προς την αγιοσύνη. Και αυτό είναι το αίτημα καθενός  χριστιανού χωρίς εξαίρεση. Εάν δεν προχωράμε πνευματικά καταστρέφουμε τη ζωή μας και το στόχο μας που είναι ακριβώς αυτός : να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι

Η εξομολόγηση δεν είναι μόνο να λέμε τις αμαρτίες μας αλλά είναι επίσης μια θεραπεία. Ο ιερέας μας συμβουλεύει, μας διορθώνει, μας παρηγορεί. Αμαρτίες δεν είναι μόνο οι πράξεις, αλλά και τα λόγια μας, οι σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας. «Αυτός που βλέπει μια γυναίκα και την επιθυμεί με την καρδιά του αυτός ήδη αμάρτησε», όπως λέει το ευαγγέλιο. Ο Χριστός λέει ότι η απλή ματιά δεν είναι αμαρτία αλλά η πονηρή επιθυμία, όπως και με τα χρήματα, η απλή χρήση αυτών δεν είναι αμαρτία αλλά η φιλαργυρία. Δηλαδή η εγωιστική τους χρησιμοποίηση.

Μια πονηρή σκέψη που μας φέρνει ο πονηρός δεν είναι ακόμη αμαρτία. Αυτή αρχίζει από τη στιγμή που την κρατάμε στην καρδιά μας και μας δημιουργεί ηδονική ικανοποίηση. Ένα συναίσθημα μπορεί να είναι επίσης μια σοβαρή αμαρτία, παραδείγματος χάριν το να έχεις αντιπάθεια για κάποιον. Ο Κύριος μας προτρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας. Πως γίνεται να συνυπάρχουν η αγάπη με την αντιπάθεια ; Επίσης υπάρχουν αμαρτίες από παράλειψη. Όπως εάν δεν έχω αγάπη παραδείγματος χάριν.

Η χειρότερη των αμαρτιών είναι η υπερηφάνεια. Και ποιος δεν την έχει; Το καλύτερο σημάδι της υπερηφάνειας είναι η έλλειψη ταπείνωσης. Και ποιος νομίζει ότι είναι ταπεινός ; Αυτός που το νομίζει είναι πολύ υπερήφανος γιατί δεν γνωρίζει τα ελαττώματα του και θεωρεί ότι είναι τέλειος. Η άγνοια των αμαρτιών μας είναι ένα σημάδι της υπερηφάνειας.

Είναι αδιανόητο να κοινωνώ χωρίς να εξομολογηθώ, όπως ακριβώς πλένουμε τα χέρια πριν από το γεύμα. Το σωστό είναι να παίρνω την ευλογία του ιερέα πριν να κοινωνήσω, και ο ίδιος να κρίνει αν είμαι άξιος να μεταλάβω των αχράντων μυστηρίων.

Όμως τα χέρια δεν τα πλένουμε μόνο πριν το φαγητό αλλά κάθε φορά που είναι ακάθαρτα. Έτσι και με την εξομολόγηση, δεν γίνεται μόνο πριν την θεία κοινωνία αλλά κάθε φορά που η ψυχή μας λερώνεται από την αμαρτία.

Η συνήθεια να εξομολογείσαι και να κοινωνάς τέσσερις φορές το χρόνο είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις. Σαν καλός χριστιανός είναι καλύτερο να αλλάξεις αυτή τη συνήθεια και να το κάνεις πιο τακτικά. Και αν ακόμη κάποιος δεν μπορεί να κοινωνεί λόγω κανόνος ή άλλου λόγου ας καθαρίζει την ψυχή του με την εξομολόγηση.

Όλα τα ανωτέρω δεν είναι κατηγορίες αλλά μια υπενθύμιση διδασκαλίας για την πνευματική πρόοδο. Το καθήκον μου είναι να σας βοηθώ να ανεβαίνετε πνευματικά και θέλω ο καθένας σας να γίνει παράδειγμα προς μίμηση και σαν άτομα αλλά και σαν ενορία. Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι μόνο να φτιάξουμε έναν πολυτελή ναό. Το να δεις πολυτελείς  ναούς ή μοναστήρια είναι το πιο εύκολο αλλά το δύσκολο και σπάνιο είναι να δεις σήμερα ένα μοναστήρι ή μια ενορία που έχουν αγάπη και ομόνοια. Εύχομαι να έρθει αυτή η στιγμή που θα λένε και για μας όπως για τους πρώτους χριστιανούς «κοιτάξτε τι αγάπη έχουν μεταξύ τους» τότε και εγώ θα μπορώ να πω στον Κύριο μας «ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός » (Ησ.8,18).

 

Ιερομόναχος Κασσιανός

«Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε»

«Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε» (Ματθ. 7,2)


   Φοβερός εἶναι αὐτός λόγος πού μᾶς πιτρέπει νά γλιτώσουμε τήν κρίση καί νά συγχωρεθοῦν ὅλες οἱ ἁμαρτίες μας καί τά λάθη. Γιά μιά τόσο μικρή προσπάθειαδηλαδή νά μήν κρίνουμε  – Θεός σάν ἀνταμοιβή θά κάνη τό ἴδιο. Ἀντίθετα ὅμως ἐάν κρίνουμε τόν πλησίον μας, Θεός θά κάνει τό ἴδιο μέ ἐμᾶς καί πως μετρήσαμε ἔτσι θά μετρηθοῦμε, πως λέει τό ΕὐαγγέλιοΛοιπόν γιατί νά κρίνουμε τόν ἀδελφόν μας;

Δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἐκτός πό τήν περηφάνειά μας πού μάς σπρώχνει νά τό κάνουμε, αὐτή εἶναι πού μας κάνει νά πιστεύουμε ὅτι τά ξέρουμε ὅλα καί πού μᾶς τοποθετεῖ πάνω π’ ὅλους.

Ἕνας ἄλλος λόγος λέγει : «Αὐτός πού τά καταλαβαίνει ὅλα, ὅλους τούς συγχωρεῖΜέσα στή βιασύνη μας κρίνουμε τόν ἄλλον πό κάποιο ἐξωτερικό σημάδι, ἐνῶ ἀγνοοῦμε τί  τοῦ συμβαίνει στἀλήθεια καί δέν λαμβάνουμε π’ ὄψι ὅτι συμπεριφορά τοῦ ἔχει κάποιες ρίζες πολύ μακρινές.

Ἀντί νά καλύπτουμε τίς ἀδυναμίες τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἀντί νά τόν βοηθήσουμε νά σηκωθῆ, ἐμεῖς κάνουμε τό ἀντίθετο. Ἐάν πρέπει νά συγχωροῦμε αὐτούς πού μᾶς βλάψανε καί νά μήν τούς κρίνουμε (πως λέμε στό Πάτερ ἡμῶν : καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν ) πολύ περισσότερο πρέπει να πέχουμε πό τό νά κρίνουμε καί νά κατακρίνουμε τόν ἀδελφόν μᾶς γιά πράγματα πού δέν μᾶς ἀφοροῦν καθόλου. Ἐάν αὐτός ντύνεται ἔτσι ἀλλιῶς ξοδεύει τά χρήματά του σέ αφορᾶ ;

Μία ιστορία τοῦ Γεροντικοῦ μοῦ έρχεται στό νοῦ : Ἕνας αδελφός ἐτοιμοθάνατος ἦταν πολύ χαρούμενος. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί  πού ἤσαν γύρω του πόρησαν γιατί τόν ἤξεραν ὅτι ἦταν αμελής. Τόν ρωτήσαν λοιπόν πῶς μπορεῖ νά εἶναι τόσο αἰσιόδοξος ἀφοῦ τόν χαρακτήριζε τόση αμέλεια; Αὐτός τούς πάντησε : Πιστεύω στό λόγο τοῦ Κυρίου πού λέει : Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε, καί ἐγώ παρά τήν ἀμέλειά μου πάντα φύλαξα τήν ἐντολή νά μήν κρίνω. Καί ἔτσι ἀνεπαύθη ἐν εἰρήνη πρός Κύριον.

Εὔχομαι καί ἐμείς νά ἀναπαυθοῦμε ἐν εἰρήνη πρός Κύριον τήν ἡμέρα πού μόνον αὐτός γνωρίζει.

Γιά νά τελειώσω θά σᾶς διηγηθῶ ἀκόμη μία ἱστορία πό το Γεροντικό.

Ἕνας ἀσκητής διηγήθη τό ἐξῆς περιστατικόν. Κάποτε παρέμενα εἰς ἕνα πομακρυσμένον σημεῖον τῆς ἐρήμου. Μέ πεσκέφθη λοιπόν μίαν φοράν ἕνας γνωστός άδελφός πό τό Κοινόβιον.

Τί κάμουντοῦ λέγωοἱ Πατέρες

Δι' εὐχών σου εἶναι καλά καί ὑγιαίνουν, μοῦ παντᾶ.   

Κατόπιν τόν ἠρώτησα καί διά κάποιον ἀδελφόν  ἔχοντα κακήν φήμην καί μοῦ λέγει :

Σέ διαβεβαιῶ, Γέροντά μου, ἴδιος εἶναι πάντοτε, εἰς τίποτε δέν ἤλλαξεν. Εἰς τήν πληροφορίαν αὐτήν δέν εἶπα τίποτα, πλῶς μία λέξις ἐξέφυγε πό τά χείλη μου, ὡς αὐθόρμητος πόνος.

Οὔφ ! ἔκαμα.

Καί ὅμως ἰδού τί μοῦ συνέβη. Μόλις εἶπα αὐτό, ἀμέσως κατελήφθην πό τήν ἀνάγκην τοῦ πνου καί περιέπεσα εἰς ἔκστασιν, καί βλέπω ὅτι εὑρέθην πάνω εἰς τόν Ἅγιον τόπον τοῦ Κρανίου τοῦ Γολγοθᾶ καί π' αὐτοῦ τόν Κύριον ἡμών Ἰησοῦν Χριστόν, ἐσταυρωμένον μεταξύ τῶν δύο ληστῶν. πό πόνον καί συγκίνησιν ὥρμησα νά προσκυνήσω τόν Κύριόν μας. Μόλις ὅμως πλησίασα, Κύριος ἐστράφη πρός τούς παριστάμενους πλησίον τοῦ Ἁγίους Ἀγγέλους καί μέ ἰσχυράν φωνήν τούς διατάσσει.

Ἐκδιώξατέ  τον αὐτόν, διότι εἶναι διἐμέ ἀντίχριστος, πρίν ἐγώ δικάσω, αὐτός κατέκρινε τόν ἀδελφόν του.

Ἐνώ δέ ἐξεδιωκόμην βιαίως πό τόν θαυμαστόν ἐκείνον χῶρον, κλείει ἔξαφνα θύρα καί μοῦ πιάνει τό ῥάσον μου. Ἐγώ τό ἄφησα καί ἔφυγα καί ἀμέσως ἐξύπνησα.

Ἐμβαθύνων δέ καί ἐξηγῶν τά ὅσα εἶδα, λέγω εἰς τόν πισκέπτην ἀδελφόν.

Αὐτή ἡμέρα εἶναι δι' ἐμέ πονηρά καί ἁμαρτωλή.

Διατί, πάτερ; μέ ἐρωτᾷ ἀδελφός. Τότε τοῦ ἐξιστόρησα τό ὅραμά μου. Τό πλέον θαυμαστόν, ἀλλά καί δι' ἐμέ ὀδυνηρόν, πῆρξεν στέρησις τοῦ ράσου, τό ποῖον συμβολίζει τήν σκέπην τοῦ Θεοῦ, καί τό ποῖον ἐκρατήθη πό τήν θαυμαστήν ἐκείνην θύραν.

πό τότε, πί πτά ἔτη περιεπλανώμην ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης εἰς τάς ἐρήμους, χωρίς νά γεύωμαι ἄρτου, χωρίς νά παραμένω ποκάτω στέγης, χωρίς νά συναναστρέφομαι μέ ἀνθρώπους. Καί τότε μόνον ἡσύχασα, ὅταν εἶδον καί πάλιν τόν Κύριόν μου εἰς τόν Κρανίου τόπον, πως καί τήν πρώτην φοράν, καί πέτρεψε νά μοῦ πιστραφῇ τό ράσον, δεῖγμα τῆς πανόδου εἰς ἐμέ τῆς σκέπης τοῦ Θεοῦ.      Ἱερομόναχος Κασσιανός