Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

O touv Dikaiouv agapwn


Στήν προσευχή: «Ὁ ἐν παντί καιρῶ…», λέµε ἀναφερόµενοι στόν Θεόν: «ὁ τούς δικαίους

ἀγαπῶν καί τούς ἁµαρτωλούς ἐλεῶν».

Ποιά εἶναι ἡ διαφορά ἀνάµεσα στήν ἀγάπη τῶν δικαίων καί στό ἔλεος τῶν ἁµαρτωλῶν;

Ἀγαπᾶµε αὐτό πού εἶναι ὡραῖο καί καλό, αὐτό πού ἔχει ἀξία. Ἀντίθετα, αἰσθανόµαστε

ἔλεος/οἴκτο γι’ αὐτό πού εἶναι ἄσχηµο, ἰσχνό ἤ ἀποτυχηµένο. Ἡ ἀσχήµια δέν ἀποτελεῖ

ἀντικείµενο ἀγάπης. Ὁ ἁµαρτωλός ἄνθρωπος, σέ ἀντίθεση µέ τά ὑπόλοιπα πλάσµατα,

φέρει τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πάντα µαζί του, παρά τήν λοξοδρόµησή του. Ἀντίθετα, ὁ τέλειος

ἄνθρωπος δέν εἶναι µόνο εἰκόνα τοῦ Θεοῦ (κατ’ εἰκόνα), ἀλλά ἔχει ἐπίσης ἀποκαταστήσει τή

θεία ὁµοίωση µαζί Του (καθ’ ὁµοίωσιν), κάτι πού τόν κάνει ἄξιο ἀγάπης.

«Ὅλη ἡ λογική φύση (ἡ ἀνθρώπινη) εἶναι εἰκόνα Θεοῦ· ἀλλά τό καθ’ ὁµοίωσιν τό πετυ-

χαίνουν µόνο οἱ καλοί καί οἱ φρόνιµοι», λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιµος ὁ Ὁµολογητής (κεφ. 3,25).

Τό ἔλεος καί ἡ εὐσπλαγχνία εἶναι συναισθήµατα, τά ὁποία τρέφουµε γιά ἐκείνον πού ἡ ζωή

του ἔχει καταστραφεῖ καί ἁλλοιωθεῖ καί εὐχόµαστε αὐτή ἡ λοξοδρόµησή του, αὐτή ἡ

ἀρρώστια, νά τόν ἀφήσει.

Ἡ ἡλικία καί οἱ ρυτίδες εἶναι ἀναπόφευκτες, ἀλλά δέν εἶναι ἀπαραίτητα συνοδευόµενες

ἀπό ἀσχήµια. Μόνο στήν ψυχή αὐτοῦ πού κατέστρεψε τή ζωή του, ἀκόµα καί ὅταν ἡ φυσική

ὀµορφιά τῆς νεότητος ἔχει ἐξαφανισθεῖ - ἡ ὁποία δέν ἔκανε τίποτα παρά µόνο νά κρύβει τό

ἐσωτερικό κενό - ἀνακαλύπτεται ὅλη ἡ δυστυχία.

Ἕνας ἅγιος, δηλαδή ἕνας ἄνθρωπος τέλειος σέ ὅλα τά ἐπίπεδα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἡλικία

του, ἀκτινοβολεῖ µιά ὁµορφιά, ἕνα φῶς καί εἶναι ἀγαπητός ἀπό ὅλους, ἐκτός βέβαια ἀπό

ἐκείνους πού ἔχουν ἐπιλέξει τό κακό καί ὅλες τίς µορφές του.

Ὁ Θεός, λοιπόν, πώς µπορεῖ νά ἀγαπήσει κάποιον πού ζεῖ στήν ἁµαρτία καί πού δέν

µάχεται νά ἀποµακρυνθεῖ ἀπό τά ἐλαττώµατά του; Τόν κοιτᾶ µέ οἴκτο καί παρ’ ὅλα αὐτά,

τού ἀπλώνει τό χέρι γιά νά τόν σώσει. «∆ίνει στόν ἕνα τό ἔλεός Του, στόν ἄλλον τήν εὔνοια

Του. Στόν ἕνα δίνει, στόν ἄλλο προσφέρει τήν Χάρη Του», λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ

Χρυσόστοµος στήν Ὁµιλία του γιά τό Πάσχα.

Ἔτσι, ἄλλο εἶναι τό συναίσθηµα πρός τόν δίκαιο καί ἄλλο τό συναίσθηµα πρός τόν ἁµαρ-

τωλό. Ἄλλο τό ἔλεος καί ἄλλο ἡ ἀγάπη. Αὐτό πού ὁ Θεός αἰσθάνεται γιά µας, τό αἰσθανό-

µαστε κι ἐµεῖς κάθε µέρα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀγαπᾶµε ἐξαιτίας τῶν προτερηµάτων

τους καί ἄλλοι πού µᾶς προκαλοῦν οἴκτο ἐξαιτίας τῆς δυστυχίας καί τῶν προβληµάτων τους,

ἀπό τά ὁποία δέν µποροῦν νά βγοῦν.

Τί πρέπει νά κάνουµε γιά νά µᾶς ἀγαποῦν πραγµατικά καί γιά νά σταµατήσουµε νά

παραπονιόµαστε γι’ αὐτους πού δέν µᾶς ἀγαποῦν; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή, σύµφωνα µέ

ὅσα µόλις εἴπαµε, ἀκόµα κι ἄν ἡ πραγµατοποίησή της ἀπαιτεῖ προσπάθεια. Ὁφείλουµε νά

ξεπεράσουµε τά ἐλαττώµατά µας καί νά γίνουµε χριστιανοί, ὄχι µόνο ἐπιφανειακά, ἀλλά µέ

ὅλο µας τό εἶναι. «Ἄλλοι τά κατάφεραν, γιατί ὄχι κι ἐγώ;». Νά µιά οὐσιώδης ἐρώτηση, πού θά

ἔπρεπε νά εἶναι συνεχῶς µπροστά στά µάτια µας. Ὁ Θεός βοήθησε πολλούς νά τό

κατορθώσουν καί θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νά σωθοῦν.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


H Teleutaia euqeia


Στό στάδιο ὁ ἀθλητής τρέχει µέ ὅλη του τή δύναµη, προκειµένου νά κερδίσει. Τό πιό

δύσκολο, ὅµως, εἶναι ἡ τελική εὐθεία. Ἐξαντληµένος ὅπως εἶναι, κάνει µιά τελευταῖα

προσπάθεια, καθώς γνωρίζει ὅτι τώρα εἶναι ἡ πιο κρίσιµη στιγµή· ἤ θά νικήσει ἤ θά χάσει.

Αὐτη ἡ εἰκόνα µπορεῖ νά προσεγγίσει τήν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία φθάνει στόν στόχο της.

Πρόκειται νά κρατήσει γερά, παρά τίς ἀδυναµίες της, τά τραύµατα καί τίς ἀπώλειες πού

ὑπέστη κατά τήν διάρκεια τῆς ἱστορίας της. ∆εν πρέπει, λοιπόν, νά σκανδαλιζόµαστε, ἀλλά

µᾶλλον νά θαυµάζουµε αὐτή τήν χιλιόχρονη πορεία της.

Τώρα, λοιπόν, εἶναι ἡ πιό κρίσιµη ὥρα, καθώς ὅλα παίζονται – ἤ κερδίζει ἤ τά χάνει ὅλα. Ἡ

ἐλπίδα θά µᾶς φέρει τή νίκη «καθώς ὁ Θεός εἶναι µαζί µας», ὅπως προσευχόµαστε κατά τήν

διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού εἶναι ἐπίσης, ἡ σηµαντικότερη στιγµή τῆς

λειτουργικῆς χρονιᾶς, καθώς περικλείει τήν Ἀνάσταση. Ἀλλά ὁ καθένας µας πρέπει νά

βάλει τή δική του θέληση, καθώς ἡ σωτηρία µας δέν ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικά ἀπό τόν Θεό,

ἀλλά καί ἀπό ἐµᾶς τούς ἴδιους.

Προδίδω (ἀποχωρῶ) ἰσοδυναµεῖ µέ προστυχιά. Ἀντίθετα, αὐτός πού ἀληθινά ἀγαπᾶ τήν

Ἐκκλησία λησµονεῖται καί θυσιάζεται γιά τήν τελευταῖα µάχη πού πρέπει νά δώσει.

Ἔχει καλῶς προκηρυχθεῖ ἀπό τούς Πατέρες, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῶν τελευταίων χρόνων θά

ἔχουν µόνο εύαίσθητα καί ἀδύναµα φτερά, ἀλλά οἱ ἀρετές τους θά εἶναι πολύ πιό µεγάλες

ἀπό τῶν ἀνθρώπων τῶν παλαιοτέρων χρόνων. Νά κρατηθεῖ ἡ πίστη σέ τόσους δύσκολους

καιρούς, αὐτό εἶναι πού µᾶς ἔχει ζητηθεῖ καί αὐτό εἶναι πού διατηρεῖ τήν ἀρετή µας. Ἡ

δύναµη τοῦ Θεοῦ φανερώνεται στήν ἀδυναµία µας, καθώς λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος.


Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


To alhqino problhma



Καθώς ἦταν σέ ἐξέλιξη ἡ τρικυµία στή θάλασσα, οἱ µαθητές φοβήθηκαν, γιατί ὁ Χριστός κοι-

µόταν. Πόσες φορές δέν µᾶς συµβαίνει καί σ’ ἐµᾶς, νά φοβηθοῦµε, καθώς ἀντιµετωπίζουµε

προβλήµατα στή ζωή µας! Παρακάτω, ὅµως, ὁ Εὐαγγελιστής µᾶς δείχνει τό ἀληθινό πρό-

βληµα: «Γιατί φοβᾶστε τόσο; Γιατί δέν ἔχετε ἴχνος πίστης;» Πώς θά µποροῦσε νά βουλιάξει ἡ

βάρκα, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἦταν στό κατάστρωµα; Ὁ Κύριος θά πνιγόταν µαζί µέ τούς µαθητές;

Αὐτός ὁ Ἄρχοντας τοῦ σύµπαντος, στόν Ὁποῖον ὑπακούουν ὅλα τά στοιχεῖα τῆς φύσης;

Μόνο ἔλλειψη πίστης µπορεῖ νά καταδειχθεῖ ἐδῶ. Βέβαια, ἄν ὁ Θεός δέν εἶναι µαζί µας, ὅλα

µποροῦν νά µᾶς συµβοῦν. Ὅµως, µέ πίστη ὀρθή, κάθε πρόβληµα βρίσκει τή λύση του. Ὅλα

ἐνεργοῦν πρός τό καλό σ’ αὐτούς πού ἀγαποῦν τόν Θεό. Ὁ φόβος ὁφείλεται στήν ἔλλειψη

πίστης. Ἀπό τήν ἄλλην, διά µέσου τῆς δοκιµασίας, ἡ πίστη µας βεβαιώνεται καί µᾶς παρω-

τρύνει νά ἐπιστρέψουµε στόν Θεό. Ὁ Κύριος µοιάζει νά κοιµᾶται, ἐν τούτοις «ἰδού, οὐ νυστά-

ξει, οὐδε ὑπνώσει ὁ φυλάσσων τόν Ἰσραήλ», ὅπως λέει ὁ ψαλµός. Πώς µπορεῖ ὁ Θεός νά εἶναι

ἀπών στίς δοκιµασίες µας; Αὐτός πού εἶναι πανταχού παρών καί εἶναι κοντά σ’ αὐτούς πού

Τόν ἐπικαλοῦνται; Ἄρα, τό ἀληθινό πρόβληµα δέν εἶναι οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς – ὁ

Παντοδύναµος µπορεῖ νά µᾶς σώσει, ὅπως µᾶς δείχνει τό Εὐαγγέλιο – ἀλλά ἡ λίγη πίστη καί

ἡ ἔλλειψη προσευχῆς.

Ἀρχιµανδρίτης Κασσιανός


Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Ἡ θέωσις


Ὁ Εὐάγριος θεωρεῖ τήν ἀπάθεια ὡς σκοπό τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτό εἶναι ταυτόχρονα καί σωστό καί λάθος. Ἡ ἀπάθεια δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ προϋπόθεσις ἐνῶ ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι σωστό, μέ τήν ἔννοια ὅτι πρόκειται νά μᾶς ἀπαλλάξη ἀπό τά πάθη, νά μᾶς ἐξαγνίσει καί ὄχι νά καταργήση τίς φυσικές μας δυνάμεις, λογική, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες κ.λ.π.. Δέν πρόκειται νά καταργήσουμε τήν προσωπικότητά μας ἀλλά νά τήν ἐξαγνίσουμε, νά τήν τελειοποιήσουμε, ἤ πιό σωστά, νά τήν ἑνώσουμε μέ τόν Θεόν. Ἡ Θέωσις, ἰδού ὁ ἀληθινός σκοπός μας. 

Αὐτή ἡ θέωσις δέν συνίσταται σέ μία ἐξουθένωσι, οὔτε σέ κάτι τό ἐπιπρόσθετο, ἀλλά στήν ἕνωσι τῆς θείας ἐνέργειας ἤ τῆς θείας χάριτος μέ τόν ἄνθρωπο. Διατηροῦμε πάντοτε τήν ἴδια προσωπικότητα ἀλλά θά ἐξαγνισθῆ ἀπό τίς ἀτέλειές της καί θά μεταμορφωθῆ.

Δέν πρόκειται λοιπόν νά σταματήσουμε τόν νοῦν ἀλλά νά τόν ἐξαγνίσουμε σταυρώνοντάς τον στόν σταυρό. 

Μόλις ἐξαγνισθῆ ὁ νοῦς θά μείνη στά ὅριά του ἀντί νά θέλει νά κυριαρχῆ καί νά λαμβάνεται ὡς κριτήριον γιά ὅλα.

 Τό ἴδιο καί μέ τά αἰσθήματα τά ὁποῖα δέν εἶναι κακά τά ἴδια, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τίποτε κακό. Εἶναι ἡ ἀμαρτωλή χρήσις ἐκ μέρους μας πού εἶναι ὑπεύθυνη. Ὁ Χριστός, ὁ ἀπαθής, δέν κλαίει μαθαίνοντας τόν θάνατο τοῦ φίλου του Λαζάρου; Δέν κυλοῦν δάκρυα ὡς θρόμβοι αἵματος στόν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν ὅταν ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νά ἑνώση τό ἀνθρώπινο θέλημά Του μέ τό θεῖο θέλημα; «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ΄ὡς σύ» (Ματθ. 26:39)

Ἐπάνω στόν σταυρό ὁ Σωτήρ ἔσωσε τόν κόσμο καί ἐπίσης ἐπάνω στό σταυρό ἐκπληρώνεται ἡ σωτηρία μας. Αὐτός ὁ σταυρός συνίσταται σ΄ἐμᾶς, στήν ἀπάρνησι, τήν ἄσκησι, τή νηστεία, τήν ὑπακοή κ.λ.π., ὅλα αὐτά πού ἀφανίζουν «τόν παλαιό μας ἄνθρωπο». Αὐτο φαίνεται παράλογο ἐάν ἀγνοοῦμε τήν ἕννοια τῆς ἀμαρτίας καί τῆς πτώσεως.

Μόλις ἐξαγνισθοῦμε καί ἑνωθοῦμε μέ τόν Θεό, δέν κρίνουμε πλέον χωρίς προσοχή καί μόνον ἀπό τά ἐξωτερικά καί ἀφηρημένα, ἀλλά μέσα ἀπό τήν θεία ὅρασι πού βλέπει καί τά συμπεριλαμβάνει ὅλα. Τότε ἡ κρίσις μας δέν θά εἶναι πλέον μερική ἀλλά ἀκριβής καί τέλεια. Στηριγμένη στήν ἀγαπή αὐτή ἡ κρίσις θά γνωρίζει νά δίνει στό κάθε τι τήν σωστή του ἀξία. 

Ἡ δική μας θέλησις, ὅμως, κάνει τό ἀντίθετο: ἐκτιμᾶ τά πράγματα, καλά ἤ κακά, σύμφωνα μέ τό συμφέρον μας. Γιά νά πετύχουμε, συνεργάζονται καί ἄλλα πάθη : θυμός, ζήλεια, κ.λ.π. Τό ἐγωκεντρικό μας συμφέρον ἀντικαθιστᾶ τήν θεία Δικαιοσύνη μέ τό πρόσχημα τοῦ δικαίου. Πρόκειται λοιπόν γιά μιά κίβδηλη δικαιοσύνη πού παίρνει ἀξίες – αὐτές καθ΄ ἑαυτές σωστές καί ἀληθινές – γιά βοήθεια. 

Ὁ διάβολος δέν προσπαθοῦσε νά πλανήσει τόν Χριστό στήν ἔρημο ἀναφέροντάς του χωρία ἀπό τήν Ἁγία Γραφή;

 Ἅς συγκεφαλαιώσουμε: Ὁ ἐγωκεντρισμός μας, ἡ φιλαυτία μας, ἡ ἀγάπη καί φροντίδα τοῦ ἐαυτοῦ μας, ἡ ἀναδίπλωσις τοῦ ἐγώ μας εἶναι πού ἀλλοιώνουν τήν γνήσια θέλησί μας καί πού ὅλα τά διαστρέφουν.

Ἡ ὑπερηφάνεια κάνει τά ὑπόλοιπα: μᾶς τυφλώνει κάνοντάς μας νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀλάθητοι.

Ἐνῶ, σ’αὐτόν πού ἔμαθε νά ἐξαγνίζεται ἀπό τά πάθη του, ἐφαρμόζονται οἱ λόγοι τοῦ Ἁγ. Ἰσαάκ: «Αὐτός ὁ ἅνθρωπος εἶναι μακρυά άπό κάθε ὀργή, μακρυά ἀπό κάθε ζῆλο γιά ἀντιλογία, δέν ἀναστατώνεται οὔτε ἐξ αἰτίας τῆς πίστεως, οὔτε ἐξ αἰτίας ἐπιθυμίας κανενός πράγματος, ἀλλά ζεῖ μέσα σέ ἄπειρη ἀνέκφραστη ψυχική εἰρήνη καί σέ βαθειά ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν βλέπουμε κάποιον ν’ ἀναστατώνεται ἀπέναντι στήν ἄγνοια τῶν ἄλλων ἤ νά θέλει νά τούς διορθώσει, πρέπει νά γνωρίζουμε πώς εἶναι ἡ δική του ἄγνοια πού τόν ὠθεῖ σ΄αὐτό.» (Ἁγ. Ἰσαακ Σύρος τόμος Β΄, λόγος Δ΄, § 77).


Ἀρχιμ. Κασσιανός






Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Έλθετε προς εμέ όλοι


(Ματθαίος 11, 28 – 30)

28 Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. 29 άρατε τον ζυγό μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού ότι πράος είμαι και ταπεινός τη καρδία, και εύρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχές υμών.  30 ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστιν.

Σε ποιους απευθύνονται οι λόγοι του ευαγγελιστή? Σίγουρα σε όλα τα παιδιά του Αδάμ, εφόσον μετά την πτώση, κανένας δεν έχει καταφύγιο από τον πόνο, τις ταραχές  και από τις αμέτρητες λύπες. « με λύπας θέλεις γεννά τέκνα», και «εν τω ιδρώτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου» (Γεν 3, 16 – 17)

Ο κύριος υμών Ιησούς Χριστός μας μιλάει για ελάφρυνση ή ανακούφιση παίρνοντας από επάνω μας αυτό τον ζυγό. Δεν αναφέρει ότι θα μας απελευθερώσει ολοκληρωτικά από τις λύπες, αλλά ότι θα μας ξελαφρώσει. Την ίδια στιγμή, μιλάει για πραότητα και ταπείνωση εφόσον (αυτές οι δυο αρετές) θα φέρουν την αλλαγή. Εφόσον η υπερηφάνεια και η σκληρότητα της καρδίας μας κάνουν την ζωή ανυπόφορη καθώς και τρέφουν τον εγωισμό μας αντιθέτως η αρετή μας φέρνει ανακούφιση και ευχαρίστηση. Πάντοτε και καθημερινά η ζωής μας γίνεται βιώσιμη, και εάν λυπηθούμε εξ αρχής, η Χάρις του Θεού μεγαλώνει εφόσον η θέλησης μας είναι εναρμονισμένη με την Θεϊκή θέληση.  

«Έλθετε προς εμέ όλοι», αυτό σημαίνει ότι εμείς πρέπει να κάνουμε τα βήματα προς τον Θεό και να αποδεχθούμε το φορτίο, το φορτίο το οποίο συνιστά την αποδοχή Του, τις επιθυμίες Του καθώς και την δική μας καθαρή θέληση. Αρχικά, αυτό μας φαίνεται δύσκολο, μαθαίνοντας όμως την πραότητα και την ταπείνωση (συμπεριλαμβανομένου και τις υπόλοιπες αρετές) η καρδιά μας θα βρει την ειρήνη από την οποία βγαίνει η πραγματική χαρά.

Επίσης, ‘ζυγός’ σημαίνει η υποταγή και η προσπάθεια αλλά επίσης, το κέρδος του αποτελέσματος. Επί τέλους, το φορτίο είμαστε εμείς, αρά ο καλός ποιμένας μας σηκώνει στους ώμους Του. « Ο άνθρωπος αναπνέει και ο Θεός κάνει τι δουλειά» λένε οι πατέρες. Είναι πάντα η Χάρις που μας  περιτριγυρίζει και ζητάει την συνεργασία μας. Η ολιγοπιστία μας, μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα πνιγούμε στην καταιγίδα, και παρόλο που το πιστεύουμε πάντα βρίσκουμε μια διέξοδο, και τίποτα δεν μας συμβαίνει σαν να μην υπήρχε αίσθηση, μια χρησιμότητα. Είναι το ‘τυχαίο’ που έκανε τον κόσμο καθώς και του άθεους αναίσθητους, αλλά για έναν άνθρωπο με πίστη, τίποτα δεν συμβαίνει χωρίς την Θέληση του Θεού, εκτός από το αμάρτημα, το οποίο είναι συγκεκριμένα ένα τίποτα, ανυπαρξία, η καταστροφή.

Σε αυτούς τους δυο στίχους του ευαγγελιστή, όλα έχουν ειπωθεί: η πτώση, η σωτηρία από τον Χριστό και το σημάδι της ζωής μας – μια περίληψης του ευαγγελιστή για να λέγεται.

Αρχιμανδρίτης Κασσιανός


μετάφραση : Karidima Marianna



Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Ὁ ὀμφαλός τοῦ Ἀδάμ


Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἀπό ἀνθρώπους καί ὄχι ἀπό ἀγγέλους. Ἄς ἔχουμε λοιπόν κατά νοῦν αὐτήν τήν πραγματικότητα καί ἄς δεχθοῦμε τόν καθένα ὅπως εἶναι μέ τίς ἀδυναμίες του καί τά ὅριά του. Ἐξ ἄλλου ὅπως λέει καί τό Εὐαγγέλιο : «ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω» (Ἰω. 8,7).

Βασικά, ἄς βλέπουμε εἰς τόν πλησίον μας τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, μία εἰκόνα ἴσως ἀλλοιωμένη ἀπό τίς συνεχεῖς πτώσεις τῆς γῆς, πού ἀφῆσαν πληγές καί σημάδια πού δύσκολα θεραπεύονται.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πεδίον μάχης, ἆρα εἶναι φυσικό μερικές φορές τά πράγματα νά ξεχειλίζουν καί δέν μποροῦν νά εἶναι ὅπως στόν καιρό τῆς εἰρήνης ὅπου ὅλα κυλοῦν μέ ἁρμονικό ρυθμό.

Δέν χρειάζεται νά εἴμαστε μοιρολάτρες, ὄχι. Μποροῦμε καί πρέπει νά ἀλλάξουμε τά πράγματα ἀλλά πρῶτα ἀρχίζοντας ἀπό τά νά βγάλουμε τό δοκάρι πού εἶναι στό μάτι μας. Ἐν συνεχεία θά εἶναι πολύ πιό εὔκολο νά ἀλλάξουμε τόν κόσμο.

Ἡ αὐστηρότης πού μᾶς ξεσηκώνει συχνά βλέποντας τήν κατάστασι μέσα στήν Ἐκκλησία, δέν εἶναι ἀρετή !  Ἀρετή εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία. Ὅταν ὁ καλός Σαμαρείτης συνήντησε στήν ὁδό στή Ἱεριχώ αὐτόν πού εἶχε πέσει στά χέρια τῶν ληστῶν, συγκινήθηκε ἀπό εὐσπλαγχνία. Θά μποροῦσε νά εἶχε ἐνεργήση ἀλλοιῶς, π.χ. θά μποροῦσε νά εἶχε πεῖ ὅτι αὐτός πού εὑρίσκεται κατά γῆς, εἶναι Ἑβραῖος (Σαμαρεῖτες καί Ἑβραῖοι δέν εἶχαν καλές σχέσεις  μεταξύ τους). 

Ὁ Χριστός σ’αὐτή τήν παραβολή δέν ἔλαβε τυχαῖα τόν Σαμαρείτη καί τόν Ἑβραῖο: Τό ἔκανε προκειμένου νά μᾶς δείξει ὅτι πρέπει νά ξεπερνᾶμε τήν στενότητα τοῦ μυαλοῦ μας καί τήν σκληρότητά μας, τήν προσκόλησί μας σέ δευτερεύοντα πράγματα προκειμένου νά πάμε στήν οὐσία - τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν πλησίον. 

Ἡ συνέχεια τῆς παραβολῆς τό φανερώνει σαφῶς μέ τόν ἱερέα καί τόν Λευίτη πού ἔδωσαν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στό καθῆκον τους πρός τόν Ναό παρά στήν ἀγάπη πρός τόν πλησίον (Λουκ. 10,3 κἐξῆς).

«Ἡ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται» (Β΄Κορ. 12,9) λέγει ὁ ἀπ. Παῦλος, δηλαδή διά μέσου τῶν ἀδυναμιῶν μας, τό ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἡ οἰκονομία τῆς σωτηρίας θά ἐκπληρωθῆ. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος ἀλλοῦ λέγει : «Ὁ νόμος γάρ ἀνθρώπους καθίστησιν ἀρχιερεῖς ἔχοντας ἀσθένειαν» (Ἑβρ. 7,28).

Ἄς πάρωμε τό μάθημα : Ὅσον περισσότερον ψηλά εἴμαστε σέ βαθμό καί ἀξιώματα, τόσο περισσότερον εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά σηκώσουμε τό φορτίον. Ἄς εἴμαστε λοιπόν ἐπιεικεῖς στίς κρίσεις μας ἐάν δέν εἴμαστε σέ θέσι νά τίς ἀποφύγουμε τελείως. Ἑξ ἄλλου, αὐτοί πού δέν κάνουν τίποτε εἶναι αὐτοί πού δέν σφάλουν ποτέ, ἀλλά ὅλη τους ἡ ζωή εἶναι μία ἀποτυχία. 

Τόν καιρό τῶν Ἀποστόλων, ἡ κατάστασις δέν ἦταν καθόλου τέλεια. Ὑπῆρχε ὁ προδότης, ὁ Πέτρος ἀρνιέται τρεῖς φορές τόν Χριστό, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης ζητοῦν τίς πρῶτες θέσεις καί τήν ὥρα τοῦ πάθους, μόνον ὁ Ἰωάννης  καί οἱ ἀδύνατες γυναῖκες στέκονται κοντά στό Σταυρό. Ἡ ἀπιστία τους ἔκανε νά στενάζει ὁ Κύριος καί νά διερωτᾶται : «ἕως πότε ἔσομαι πρός ὑμᾶς καί ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Λουκ. 9,41).

Ἡ Ἐκκλησία κτίστηκε ἐπάνω στό αἶμα τῶν μαρτύρων, στίς στερήσεις, στήν ἄσκησι, στά δάκρυα καί ὄχι στήν εὐκολία, πού εἶναι ἴδιον χαρακτηριστικόν τοῦ κόσμου πού θά χαθῆ. Διά μέσου ὅλων αὐτῶν πού ἐκτιμοῦμε σάν ἀρνητικά, πραγματοποιεῖται τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη κι’ ἄν αὐτό εἶναι σ’ ἐμᾶς ἀκατανόητο καί ξεπερνᾶ τήν μυωπική μας ἀντίληψι.

Μή συνηθίζομε νά θέλομε πάντα νά τά καταλάβωμε ὅλα, εἰδάλλως θά καταλήξομε σάν τούς Ἑβραίους, πού διερωτῶνται ἐάν ὁ Ἀδάμ ἔχει ὀμφαλό ἤ ὄχι ἐφ’ ὅσον δέν εἶχε μητέρα! 

Ἀρχιμ. Κασσιανός



«ΜΕΛΑΙΝΑ ΕΙΜΙ ΕΓΩ ΚΑΙ ΚΑΛΗ»

(Ἆσμα ἀσμάτων Α΄,5)


"Μαύρη εἶμαι ἀλλά ὡραία": Αὐτά τά λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς δέν ταιριάζουν εἰδικά στήν Ἐκκλησία τῆς δικῆς μας ἐποχῆς; "Μαυρισμένη", ὅπως λέει πιό κάτω τό Ἆσμα ἀσμάτων, "ἀπό τόν ἥλιο", δηλαδή ἀπό τούς ποικίλους πειρασμούς, ἐν τούτοις παραμένει ὡραία.

Στήν Ρωσσία ὅπου ζοῦν ἕνα μεγάλο μέρος τῶν πιστῶν μας, ἡ Ἐκκλησία ἐπιβιώνει καταδιωγμένη μέ περισσότερη ἐξεζητημένη σκληρότητα καί ὠμότητα ἀπό τόν καιρό τῶν πρώτων χριστιανῶν. 

Στήν Ἑλλάδα οἱ πιστοί διώκονται ἐδώ καί μισό αἰώνα ἀπό τούς ψευδαλδέλφους. Σ’αὐτούς ταιριάζει ἡ γερμανική παροιμία πού λέει: «Ἐάν δέν θέλεις νά εἶσαι ἀδελφός μου, τότε θά σοῦ σπάσω τό κεφάλι».

Οἱ πιστοί στήν Δύση εἶναι σπαρμένοι ἐδώ καί ἐκεί σ’ἕνα κόσμο ἑτερόδοξο καί ὑλιστικό. Οἱ λίγοι ὀρθόδοξοι πού ζοῦν σ’αὐτόν τόν κόσμο δυσκολεύονται νά φυλάνε τά ὀρθόδοξα ἔθιμα ἀπό ἔλλειψη κατάλληλου περιβάλλοντος. Οἱ προσήλυτοι προσπαθοῦν μέ δυσκολία νά τηροῦν τήν Ἱερά Παράδοση διότι λείπει τό παράδειγμα.

Μᾶς λείπουν τά "κεφάλια" δηλαδή οἱ διανοούμενοι, πού θα μποροῦσαν νά ἐκφράσουν ἐπιστημονικά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Πολλές φορές οἱ κληρικοί μας ἔγιναν ἐξ ἀνάγκης καί δέν ἔχουν πάντα τήν ἀπαιτούμενη μόρφωση.

Ἡ ὀμορφιά λείπει ἀπό τίς τελετές μας οἱ ὁποίες εἶναι συχνά πρωτόγωνες καί ἄκομψες ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀπουσίας μόρφωσης.

Ὁ Τῦπος, ἡ τηλεόραση μᾶς ἀγνοοῦν ἤ καί συκοφαντοῦν, καί μέ τά δικά μας μέσα εἶναι δύσκολο νά παρουσιαστοῦμε, νά κάνουμε ἱεραποστολή.

Τό νά εἰμαστε συνεχῶς ἀμυνόμενοι μᾶς κάνει μερικές φορές ὑπερβολικά αὐστηρούς καί τό ἀνοικτό χαμόγελο μᾶς γίνεται δύσκολο.

Ἀπό ἔλλειψη χρόνου καί "ἐργατῶν" στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, δέν ὑπάρχει συνέπεια στίς δραστηριότητές μας. 

Θέλει πραγματικά πολύ πίστη γιά νά ἰδοῦμε, πέρα ἀπό αὐτά τά ὅρια καί αὐτές τίς ἐλλείψεις, τήν ὡραιότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Καί ὄμως εἶναι ἐδῶ, μέσα στήν καθαρότητα τῆς πίστεώς της, τήν εὐθύτητα τῶν ἠθῶν της, τήν ἀληθινή εὐσέβειά της, τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστόν της καί δι’Αὐτοῦ, πρός τούς ἀνθρώπους, τούς ἀδελφούς της.

Εἶναι μία ὀμορφιά ὅλο πνευματική, καί ὅποιος θέλει μία Ἐκκλησία ὅπως ἤθελαν οἱ Ἑβραῖοι τόν Μεσσία, ἰσχυρό καί φανερό εὐεργέτη τῆς ἀθρωπότητος, κάνει λάθος δρόμο.

Προς τό πάθος της προχωράει ἡ νύμφη – ἡ Ἐκκλησία - ὅπως ὁ Νυμφίος της Χριστός, ἀλλά καί μαζί Του θά ἀναστηθεῖ καί θά δοξαστεῖ στόν αἰώνα τόν ἀτελεύτητο.


Ἱερ/χός Κασσιανός – Ἀπρίλιος 1980

(Μετάφραση- διασκευή- Ἀπρίλιος 2009)

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ



Διαβάζοντας τήν παραβολή τοῦ Ἁσώτου Υἱοῦ καί τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου παρατηροῦμε κάποια ἀντίφασι. Ὁ πατήρ τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ μένει στό σπίτι περιμένοντας τόν υἱόν νά ἐπιστρέψει, ἐνῶ γιά τό ἀπολωλός πρόβατον βλέπουμε τόν Τσοπάνο νά πηγαίνει πρός ἀναζήτησι τοῦ προβάτου.

Οἱ παραβολές δείχνουν τήν ἀλήθεια μέ τρόπο λίγο ὡς πολύ τέλειο ἀλλά ἀπό  μία πλευρά μόνο.Στή πρώτη παραβολή (τοῦ  Ἀσώτου) ὑπογραμίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου νά πάρη τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας καί στήν δεύτερη ( τοῦ ἀπολωλότος προβάτου  βλέπουμε τήν ἄκρα φροντίδα τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς πού πάει μέχρι τά πιό βαθειά σπήλαια τῶν ἁμαρτιῶν μας προκειμένου νά μᾶς σώσει.

Ἄρα οἱ δυό παραβολές συμπληρώνονται χωρίς νά ἀντιφάσκουν. Ἀλλά ἄς πᾶμε ἀκόμη πιό μακρυά. Ὁ πατέρας τοῦ ἀσώτου ύἱοῦ  δέν τόν ἀκολουθοῦσε γιά νά τόν συγκρατήση μέ βία ἀλλά περίμενε ὑπομονετικά τήν ἐπιστροφή του. Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅτι παρατηροῦσε κάθε ἡμέρα κατά μῆκος τοῦ δρόμου μέ τήν ἐλπίδα νά ἰδῆ τόν υἱόν του νά ἐπιστρέφη.Μόλις ἴδε τελικά ὁ πατέρας τήν μετάνοια τοῦ υἱοῦ «ἔτρεξε καί ἔπεσε στό λαιμό του». Αὐτή ἡ συμπεριφορά  δείχνει τήν ἐλευθερία τοῦ υἱοῦ-πού δέν ἦταν δοῦλος –καί ἐπίσης τήν διάκρισι τοῦ πατέρα πού ἄφησε τόν υἱόν του νά πάρη αὐτήν τήν ἄσχημη ἐμπειρία ὥστε νά τόν κάνη σοφό.

Εἰς τό ἀπολωλός πρόβατον ἡ ἔννοια εἶναι διαφορετική: 

ἕνα πρόβατο εἶναι ἀμαθές καί ψάχνει εὔκολα τό χόρτο πού τοῦ ἀρέσει. Δέν γνωρίζει τόν κίνδυνο τοῦ γκρεμοῦ καί τῶν ἀγρίων θηρίων καί ἀπομακρύνεται ἀπό τήν προστασία τοῦ κοπαδιοῦ.Ἡ ἀμάθειά μας σημαδεύεται μέ αὐτήν τήν παραβολή. Ἡ ἁμαρτία μᾶς φαίνεται γλυκειά, ἐλαχιστοποιοῦμε τίς συνέπειες καί κλίνουμε εὔκολα τά μάτια μας τή στιγμή πού βγαίνουμε  ἀπό τόν δρόμο μας. Μόνον κατόπιν ἀνοίγουν τά μάτις  ὅπως στούς πρωτοπλάστους: « 

«Ὁ βοσκός ψάχνει τό ἀποπλανημένο πρόβατο καί τό ἐπαναφέρει ἐπάνω στούς ὤμους τους διότι δέν εἶχε τήν δύναμι νά ἐπιστρέψη

. Τό πρόβατο, ζῶο στερημένο ἀπό λογική εἶναι εἰκόνα τοῦ ἀσύνετου ἀνθρώπου πού γίνεται θῦμα τῶν πανουργιῶν τοῦ ἐχθροῦ, ἀποπλανιέται ὅπως ἕνα πρόβατο» λέγει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος.

«Ὅταν ὁ βοσκός βρεῖ τό πρόβατό του δέν τό μαλώνει καθόλου, δέν τό γυρνᾶ στή μάνδρα μέ βία, ἀλλά τό φορτώνεται στούς ὤμους  του καί τό φέρει μέ τρυφερότητα γιά νά τό συνάψη πάλι στό κοπάδι: Καί ὅταν τό βρῆ, τό βάζει μέ χαρά στούς  ὤμους του» λέγει ὁ Ἁγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης. Ἄρα οὔτε ὁ πατέρας τοῦ  ἀσώτου υἱοῦ, οὔτε ὁ καλός ποιμήν δέν καταναγκάζουν τό ἀποπλανεμένο, καί οἱ δύο τό ὑποδέχονται χωρίς ἐπιφύλαξι.

Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μᾶς ἀναφέρει διαδοχικά τήν παραβολή τοῦ ἀπολωλότος προβάτου, ἐν συνεχεία αὐτή τῆς ἀπολεσθείσης δραχμῆς καί τρίτη στήν σειρά τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ἐάν κάθε παραβολή εἶχε ἀκριβῶς τήν ἴδια ἔννοια, γιατί νά μή ἀρκεσθῆ σέ μία μόνο παραβολή; Ἀλλά ἀκριβῶς (διότι) κάθε παραβολή ὑπογραμμίζει θέματα διαφορετικά καί συμπληρωματικά.

Σέ κάθε παραβολή, ὁ Χριστός  καθορίζει τόν ἀριθμό:Ἑκατό πρόβατα, δέκα δραχμές  καί δύο υἱοί(γιοί).

Ὑπάρχουν παραπλανημένοι καί χαμένοικαί ἄλλοι πού δέν εἶναι. Ἡ χαρά ὅμως ἦταν κάθε φορά γιά τήν πρώτη κατηγορία-πρᾶγμα πού πρέπει νά δίνει μεγάλη  ἐλπίδα στόν ἁμαρτωλό, δεδομένου ὅτι αὐτός μετανοεῖ.

Στήν τρίτη παραβολή, ὁ Κύριος ζητᾶ νά χαρῆ μαζί του; ;; Δέν θέλει νά χαρῆ μόνος  Του πού βρῆκε αὐτό πού εἶχε χαθῆ ἀλλά προσκαλεῖ καί ἄλλους γιά νά χαροῦν μαζί Του.

Γιά νά συγκεφαλαιώσωμε. Δέν ὑπάρχει λοιπόν ἀντίφασις στίς παραβολές τοῦ Σωτῆρος ἀλλά συμπληρωματικότητα, διότι κάθε παραβολή δέν ἐπηρεάζει παρά συγκεκριμένα θέματα καί ἕνα μέρος μόνον τῆς ἀληθείας.


Ἀρχιμ. Κασσιανός





Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Η ΑΙΤΙΑ

                                                                     

ταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, μποροῦμε νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύουμε τά συμπτώματα: Οἰκονομική κρίσι, ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή αἰτία. 

Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεΗ ΑΙΤΙΑ

                                                                     

ταν βλέπουμε τήν πορεία τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία πηγαίνει πρός τήν καταστροφή, μποροῦμε νά εἴμαστε καί μόνο ἀπαισιόδοξοι. Χωρίς νά θέλουμε νά ἀναλύουμε τά συμπτώματα: Οἰκονομική κρίσι, ξεπεσμός κλπ... - δέν θά τελειώναμε ποτέ - θά ἤθελα νά μιλήσω γιά τό ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή αἰτία. 

Ποῦ εἶναι σήμερα τό ἁλάτι τῆς γῆς, τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει μόνον γιά νά καρυκεύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα ἱκανοί δίκαιοι νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (βλ.Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά (ὁ ζῆλος) πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).

Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τήν δύναμι νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης σάν αὐτά τά χέρια...» καί ὁ ἀδελφός ἐπῆρε τό μάθημα.

Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: Παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.

Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: Τήν ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία. Ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.

Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα;  – οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅ,τι ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, δηλαδή νά θυσιαστοῦμε καί νά ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο.

Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά ἐκτελέσωμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μή ἀρκούμαστε στήν ἐτικέτα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.

Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη˙ κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται μέ τήν ταπείνωσίν τους καί τήν διακριτικότητά τους. 

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός

ύει, ἀλλά καί νά διατηρεῖ; Ποῦ εἶναι τό προζύμι πού κάνει τό ζυμάρι νά φουσκώνει; Ποῦ εἶναι οἱ δέκα ἱκανοί δίκαιοι νά μεταστρέψουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; (βλ.Γεν. 18,22-33). Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ φωτιά (ὁ ζῆλος) πού ὁ Κύριος ἔβαλε στή γῆ; (Λουκ.12,49).

Λέγεται γιά τόν Ἀββᾶ Σισώη ὅτι ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τήν δύναμι νά σώση ὅλη τήν δική του γενιά. Μιά μέρα ἕνας ἀδελφός τοῦ εἶπε: «Ἀββᾶ, κάθε μέρα κάνω τόν κανόνα μου, κάνω καί αὐτό καί ἐκεῖνο, τί μοῦ λείπει ἀκόμη;»  Ὁ Ἀββᾶ Σισώης ὕψωσε τά χέρια του πρός τόν οὐρανόν τά ὁποῖα ἔγιναν φωτιά καί τοῦ ἀπήντησε: «Ἐάν θέλης νά γίνης σάν αὐτά τά χέρια...» καί ὁ ἀδελφός ἐπῆρε τό μάθημα.

Ἀρκούμαστε στά ἐξωτερικά μας καθήκοντα: Παπαγαλίζουμε τίς πρωϊνές καί βραδυνές ἀκολουθίες. Προσέχομε νά μή τρῶμε ὅ,τιδήποτε στίς ἡμέρες νηστείας κλπ... Καί ἰδού εἴμαστε καλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον φθάνουμε νά καθησυχάσουμε τήν συνείδησί μας.

Τήν περασμένη Κυριακή διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ νέου πλουσίου. Συμπεριφερόταν μέ τόν ἴδιο τρόπο, μόνον μέ τήν τήρησι τοῦ νόμου, καί ἐκεῖ ἐσταματοῦσε. Ὅταν ὁ Χριστός τοῦ εἶπε νά ἀπαλλαγῆ ἀπό τά πλούτη του, ὁ νέος ἔφυγε πολύ λυπημένος, γιατί ἦταν πολύ δεμένος μέ τά ἀγαθά του. Τά  πλούτη μας δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τά ὑλικά ἀγαθά ἀλλά καί τά πάθη μας: Τήν ὑπερηφάνειά μας ἡ ὁποία μᾶς κάνει νά πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε τό κέντρον τοῦ κόσμου ἤ Μίς Ὁρθοδοξία. Ὁ ἐγωκεντρισμός μας πού μᾶς κάνει νά στρεφώμαστε γύρω ἀπό τόν ὀμφαλόν μας καί χίλια ἄλλα.

Φοβᾶμαι ὅτι ἐνεργοῦμε σάν τόν  Ἰωνᾶ ὁ ὁποῖος ἔψαχνε νά φύγη μακρυά ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποφύγη τήν ἀποστολή του. Πιστεύω ὅτι ἡ μοῖρα θά πέση ἐπάνω μας καί ὅτι ἡ θύελλα θά ἡσυχάσει μόνον ὅταν οἱ ἔνοχοι θά πεταχθοῦν στή θάλασσα;  – οἱ δυστυχισμένοι ναῦτες τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰωνᾶ, δέν ἦσαν βεβαίως ἅγιοι, ἀλλά ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ὁ μεγάλος ὑπεύθυνος. «Παντί δέ ὧ ἐδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αὐτοῦ, καί ὧ παρέθεντο πολύ, περισσότερο αἰτήσουσιν αὐτόν.»  (Λουκ. 12, 48.) Μή κατακρίνουμε λοιπόν τούς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν τόν Θεόν ἀλλά νά σκεπτώμεθα ὅ,τι ἔχουμε λάβει ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ Βαπτίσματος. Μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν ἀποστολή μας, δηλαδή νά θυσιαστοῦμε καί νά ἁγιασθοῦμε γιά τήν Ἐκκλησία καί τόν κόσμο.

Τοῦτο σημαίνει ὅτι δέν εἶναι νά κάνουμε μιά προσευχή ἤ μερικές μετάνοιες παραπάνω ἀλλά νά ἐκτελέσωμε μιά πλήρη μεταστροφή τῆς συμπεριφορᾶς μας. Οἱ  ἁπλές μας παραδόσεις καί τά καθήκοντά μας πρέπει νά πάρουν φωτιά, αὐτήν τήν φωτιά πού ὁ Κύριος ἦλθε νά βάλη στήν γῆ, μέ μιά ἄλλη λέξι, τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Μή ἀρκούμαστε στήν ἐτικέτα τοῦ Χριστιανοῦ μέ τόν ὑπότιτλον «Ὀρθόδοξος», ἀλλά νά ζοῦμε σέ βάθος τήν δέσμευσί μας ἐμπρός στόν Κύριο.

Παρά τήν ἀποστασία τοῦ κόσμου τούτου καί τήν δειλία μας πιστεύω ὅτι ὁ Κύριος φυλάσσει, ὅπως τήν ἐποχή τοῦ Ἠλία «ἑπτά χιλιάδες ἀνθρώπους πού δέν λύγισαν ἐμπρός στόν Βαάλ καί δέν τόν προσκύνησαν» (Α΄Βασιλ. 19,18). Χάριν αὐτῶν τῶν ὀλίγων δικαίων ἡ γῆ διασώζεται ἀκόμη˙ κρυμμένοι δίκαιοι, πού δέν κάνουν ἐντυπωσιακά κατορθώματα ἀλλά πού διακρίνονται μέ τήν ταπείνωσίν τους καί τήν διακριτικότητά τους. 

Ἀρχιμανδρίτης Κασσιανός


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ



Ένα θέμα, που  έχω στο μυαλό μου, και που φαίνεται αρκετά χρήσιμο να συζητήσουμε, είναι η εξομολόγηση. Με πολύ θλίψη, διαπιστώνω ότι η πλειοψηφία  των πιστών δεν εξομολογείται σωστά. Ικανοποιούνται να λένε ότι αφού δεν μαλώνω με το σύζυγο μου δεν έχω τίποτα άλλο  που πρέπει να εξομολογηθώ. 

 Κρύβουν τις αμαρτίες τους ή  δεν τις γνωρίζουν; Εάν «ο δίκαιος αμαρτάνει επτά φορές την ημέρα», όπως λέει η Αγία Γραφή, πώς εμείς οι απλοί πιστοί δεν έχουμε αμαρτίες ; Οι ανεξομολόγητες αμαρτίες  δεν συγχωρούνται. Εάν πηγαίνω στο γιατρό και δεν ομολογώ την αρρώστια μου, πώς μπορεί να με θεραπεύσει; Όσο καλύτερα  του εξηγήσω τόσο καλύτερα μπορεί να με βοηθήσει. Δυστυχώς νομίζουμε ότι η χριστιανική ζωή είναι μόνο να πάμε μερικές φορές στην εκκλησία, να εξομολογούμαστε και να κοινωνάμε τέσσερις φορές το χρόνο και να νηστεύουμε σύμφωνα με τους κανονισμούς. Αυτό είναι μια φαρισαϊκή τοποθέτηση του θέματος επειδή ενεργούμε σαν τον Φαρισαίο του ευαγγελίου που πίστευε ότι δικαιώνεται τηρώντας τις διατάξεις του νόμου. Αλλά το ευαγγέλιο του Χριστού απαιτεί από μας πολύ περισσότερα : πρέπει να καθαριστούμε από τα πάθη μας και να αποκτήσουμε αρετές, την ταπείνωση, την πραότητα κλπ. Που δεν έρχονται μέσα μας αν δεν φύγουν πρώτα τα πάθη απ’ την ψυχή μας.

Το Άγιο Πνεύμα δεν μπορεί να μένει εκεί όπου βρίσκεται «ο πονηρός». Η πνευματική ζωή δεν είναι στάσιμη, είναι μια συνεχής πρόοδος προς την αγιοσύνη. Και αυτό είναι το αίτημα καθενός  χριστιανού χωρίς εξαίρεση. Εάν δεν προχωράμε πνευματικά καταστρέφουμε τη ζωή μας και το στόχο μας που είναι ακριβώς αυτός : να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι

Η εξομολόγηση δεν είναι μόνο να λέμε τις αμαρτίες μας αλλά είναι επίσης μια θεραπεία. Ο ιερέας μας συμβουλεύει, μας διορθώνει, μας παρηγορεί. Αμαρτίες δεν είναι μόνο οι πράξεις, αλλά και τα λόγια μας, οι σκέψεις μας, τα συναισθήματά μας. «Αυτός που βλέπει μια γυναίκα και την επιθυμεί με την καρδιά του αυτός ήδη αμάρτησε», όπως λέει το ευαγγέλιο. Ο Χριστός λέει ότι η απλή ματιά δεν είναι αμαρτία αλλά η πονηρή επιθυμία, όπως και με τα χρήματα, η απλή χρήση αυτών δεν είναι αμαρτία αλλά η φιλαργυρία. Δηλαδή η εγωιστική τους χρησιμοποίηση.

Μια πονηρή σκέψη που μας φέρνει ο πονηρός δεν είναι ακόμη αμαρτία. Αυτή αρχίζει από τη στιγμή που την κρατάμε στην καρδιά μας και μας δημιουργεί ηδονική ικανοποίηση. Ένα συναίσθημα μπορεί να είναι επίσης μια σοβαρή αμαρτία, παραδείγματος χάριν το να έχεις αντιπάθεια για κάποιον. Ο Κύριος μας προτρέπει να αγαπάμε τον πλησίον μας. Πως γίνεται να συνυπάρχουν η αγάπη με την αντιπάθεια ; Επίσης υπάρχουν αμαρτίες από παράλειψη. Όπως εάν δεν έχω αγάπη παραδείγματος χάριν.

Η χειρότερη των αμαρτιών είναι η υπερηφάνεια. Και ποιος δεν την έχει; Το καλύτερο σημάδι της υπερηφάνειας είναι η έλλειψη ταπείνωσης. Και ποιος νομίζει ότι είναι ταπεινός ; Αυτός που το νομίζει είναι πολύ υπερήφανος γιατί δεν γνωρίζει τα ελαττώματα του και θεωρεί ότι είναι τέλειος. Η άγνοια των αμαρτιών μας είναι ένα σημάδι της υπερηφάνειας.

Είναι αδιανόητο να κοινωνώ χωρίς να εξομολογηθώ, όπως ακριβώς πλένουμε τα χέρια πριν από το γεύμα. Το σωστό είναι να παίρνω την ευλογία του ιερέα πριν να κοινωνήσω, και ο ίδιος να κρίνει αν είμαι άξιος να μεταλάβω των αχράντων μυστηρίων.

Όμως τα χέρια δεν τα πλένουμε μόνο πριν το φαγητό αλλά κάθε φορά που είναι ακάθαρτα. Έτσι και με την εξομολόγηση, δεν γίνεται μόνο πριν την θεία κοινωνία αλλά κάθε φορά που η ψυχή μας λερώνεται από την αμαρτία.

Η συνήθεια να εξομολογείσαι και να κοινωνάς τέσσερις φορές το χρόνο είναι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις. Σαν καλός χριστιανός είναι καλύτερο να αλλάξεις αυτή τη συνήθεια και να το κάνεις πιο τακτικά. Και αν ακόμη κάποιος δεν μπορεί να κοινωνεί λόγω κανόνος ή άλλου λόγου ας καθαρίζει την ψυχή του με την εξομολόγηση.

Όλα τα ανωτέρω δεν είναι κατηγορίες αλλά μια υπενθύμιση διδασκαλίας για την πνευματική πρόοδο. Το καθήκον μου είναι να σας βοηθώ να ανεβαίνετε πνευματικά και θέλω ο καθένας σας να γίνει παράδειγμα προς μίμηση και σαν άτομα αλλά και σαν ενορία. Αυτό είναι το ζητούμενο και όχι μόνο να φτιάξουμε έναν πολυτελή ναό. Το να δεις πολυτελείς  ναούς ή μοναστήρια είναι το πιο εύκολο αλλά το δύσκολο και σπάνιο είναι να δεις σήμερα ένα μοναστήρι ή μια ενορία που έχουν αγάπη και ομόνοια. Εύχομαι να έρθει αυτή η στιγμή που θα λένε και για μας όπως για τους πρώτους χριστιανούς «κοιτάξτε τι αγάπη έχουν μεταξύ τους» τότε και εγώ θα μπορώ να πω στον Κύριο μας «ἰδοὺ ἐγὼ καὶ τὰ παιδία, ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός » (Ησ.8,18).

 

Ιερομόναχος Κασσιανός

«Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε»

«Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε» (Ματθ. 7,2)


   Φοβερός εἶναι αὐτός λόγος πού μᾶς πιτρέπει νά γλιτώσουμε τήν κρίση καί νά συγχωρεθοῦν ὅλες οἱ ἁμαρτίες μας καί τά λάθη. Γιά μιά τόσο μικρή προσπάθειαδηλαδή νά μήν κρίνουμε  – Θεός σάν ἀνταμοιβή θά κάνη τό ἴδιο. Ἀντίθετα ὅμως ἐάν κρίνουμε τόν πλησίον μας, Θεός θά κάνει τό ἴδιο μέ ἐμᾶς καί πως μετρήσαμε ἔτσι θά μετρηθοῦμε, πως λέει τό ΕὐαγγέλιοΛοιπόν γιατί νά κρίνουμε τόν ἀδελφόν μας;

Δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἐκτός πό τήν περηφάνειά μας πού μάς σπρώχνει νά τό κάνουμε, αὐτή εἶναι πού μας κάνει νά πιστεύουμε ὅτι τά ξέρουμε ὅλα καί πού μᾶς τοποθετεῖ πάνω π’ ὅλους.

Ἕνας ἄλλος λόγος λέγει : «Αὐτός πού τά καταλαβαίνει ὅλα, ὅλους τούς συγχωρεῖΜέσα στή βιασύνη μας κρίνουμε τόν ἄλλον πό κάποιο ἐξωτερικό σημάδι, ἐνῶ ἀγνοοῦμε τί  τοῦ συμβαίνει στἀλήθεια καί δέν λαμβάνουμε π’ ὄψι ὅτι συμπεριφορά τοῦ ἔχει κάποιες ρίζες πολύ μακρινές.

Ἀντί νά καλύπτουμε τίς ἀδυναμίες τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἀντί νά τόν βοηθήσουμε νά σηκωθῆ, ἐμεῖς κάνουμε τό ἀντίθετο. Ἐάν πρέπει νά συγχωροῦμε αὐτούς πού μᾶς βλάψανε καί νά μήν τούς κρίνουμε (πως λέμε στό Πάτερ ἡμῶν : καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν ) πολύ περισσότερο πρέπει να πέχουμε πό τό νά κρίνουμε καί νά κατακρίνουμε τόν ἀδελφόν μᾶς γιά πράγματα πού δέν μᾶς ἀφοροῦν καθόλου. Ἐάν αὐτός ντύνεται ἔτσι ἀλλιῶς ξοδεύει τά χρήματά του σέ αφορᾶ ;

Μία ιστορία τοῦ Γεροντικοῦ μοῦ έρχεται στό νοῦ : Ἕνας αδελφός ἐτοιμοθάνατος ἦταν πολύ χαρούμενος. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί  πού ἤσαν γύρω του πόρησαν γιατί τόν ἤξεραν ὅτι ἦταν αμελής. Τόν ρωτήσαν λοιπόν πῶς μπορεῖ νά εἶναι τόσο αἰσιόδοξος ἀφοῦ τόν χαρακτήριζε τόση αμέλεια; Αὐτός τούς πάντησε : Πιστεύω στό λόγο τοῦ Κυρίου πού λέει : Μή κρίνετε ἵνα μη κριθῆτε, καί ἐγώ παρά τήν ἀμέλειά μου πάντα φύλαξα τήν ἐντολή νά μήν κρίνω. Καί ἔτσι ἀνεπαύθη ἐν εἰρήνη πρός Κύριον.

Εὔχομαι καί ἐμείς νά ἀναπαυθοῦμε ἐν εἰρήνη πρός Κύριον τήν ἡμέρα πού μόνον αὐτός γνωρίζει.

Γιά νά τελειώσω θά σᾶς διηγηθῶ ἀκόμη μία ἱστορία πό το Γεροντικό.

Ἕνας ἀσκητής διηγήθη τό ἐξῆς περιστατικόν. Κάποτε παρέμενα εἰς ἕνα πομακρυσμένον σημεῖον τῆς ἐρήμου. Μέ πεσκέφθη λοιπόν μίαν φοράν ἕνας γνωστός άδελφός πό τό Κοινόβιον.

Τί κάμουντοῦ λέγωοἱ Πατέρες

Δι' εὐχών σου εἶναι καλά καί ὑγιαίνουν, μοῦ παντᾶ.   

Κατόπιν τόν ἠρώτησα καί διά κάποιον ἀδελφόν  ἔχοντα κακήν φήμην καί μοῦ λέγει :

Σέ διαβεβαιῶ, Γέροντά μου, ἴδιος εἶναι πάντοτε, εἰς τίποτε δέν ἤλλαξεν. Εἰς τήν πληροφορίαν αὐτήν δέν εἶπα τίποτα, πλῶς μία λέξις ἐξέφυγε πό τά χείλη μου, ὡς αὐθόρμητος πόνος.

Οὔφ ! ἔκαμα.

Καί ὅμως ἰδού τί μοῦ συνέβη. Μόλις εἶπα αὐτό, ἀμέσως κατελήφθην πό τήν ἀνάγκην τοῦ πνου καί περιέπεσα εἰς ἔκστασιν, καί βλέπω ὅτι εὑρέθην πάνω εἰς τόν Ἅγιον τόπον τοῦ Κρανίου τοῦ Γολγοθᾶ καί π' αὐτοῦ τόν Κύριον ἡμών Ἰησοῦν Χριστόν, ἐσταυρωμένον μεταξύ τῶν δύο ληστῶν. πό πόνον καί συγκίνησιν ὥρμησα νά προσκυνήσω τόν Κύριόν μας. Μόλις ὅμως πλησίασα, Κύριος ἐστράφη πρός τούς παριστάμενους πλησίον τοῦ Ἁγίους Ἀγγέλους καί μέ ἰσχυράν φωνήν τούς διατάσσει.

Ἐκδιώξατέ  τον αὐτόν, διότι εἶναι διἐμέ ἀντίχριστος, πρίν ἐγώ δικάσω, αὐτός κατέκρινε τόν ἀδελφόν του.

Ἐνώ δέ ἐξεδιωκόμην βιαίως πό τόν θαυμαστόν ἐκείνον χῶρον, κλείει ἔξαφνα θύρα καί μοῦ πιάνει τό ῥάσον μου. Ἐγώ τό ἄφησα καί ἔφυγα καί ἀμέσως ἐξύπνησα.

Ἐμβαθύνων δέ καί ἐξηγῶν τά ὅσα εἶδα, λέγω εἰς τόν πισκέπτην ἀδελφόν.

Αὐτή ἡμέρα εἶναι δι' ἐμέ πονηρά καί ἁμαρτωλή.

Διατί, πάτερ; μέ ἐρωτᾷ ἀδελφός. Τότε τοῦ ἐξιστόρησα τό ὅραμά μου. Τό πλέον θαυμαστόν, ἀλλά καί δι' ἐμέ ὀδυνηρόν, πῆρξεν στέρησις τοῦ ράσου, τό ποῖον συμβολίζει τήν σκέπην τοῦ Θεοῦ, καί τό ποῖον ἐκρατήθη πό τήν θαυμαστήν ἐκείνην θύραν.

πό τότε, πί πτά ἔτη περιεπλανώμην ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς Δόξης εἰς τάς ἐρήμους, χωρίς νά γεύωμαι ἄρτου, χωρίς νά παραμένω ποκάτω στέγης, χωρίς νά συναναστρέφομαι μέ ἀνθρώπους. Καί τότε μόνον ἡσύχασα, ὅταν εἶδον καί πάλιν τόν Κύριόν μου εἰς τόν Κρανίου τόπον, πως καί τήν πρώτην φοράν, καί πέτρεψε νά μοῦ πιστραφῇ τό ράσον, δεῖγμα τῆς πανόδου εἰς ἐμέ τῆς σκέπης τοῦ Θεοῦ.      Ἱερομόναχος Κασσιανός